Παρασκευή 30 Μαΐου 2014

Το μεγαλείο και οι ευθύνες της χριστιανικής ζωής




Mητροπολίτη  Αντώνιου του Σουρόζ (Antony Bloom)

Σὲ μία ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς του (2 Κορ. 12.9) ὁ Ἀπ. Παῦλος μᾶς λέει ὅτι ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ τελειώνεται καὶ ἀποκαλύπτεται στὴν ἀσθένεια. Πάντοτε νομίζουμε ὅτι τὰ λόγια αὐτὰ ἀφοροῦν τὸν καθένα μας ὡς ἄτομο, τὸ κάθε πρόσωπο στὸ ὁποῖο ἀποκαλύπτεται ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ παρὰ τὸ εὔθραυστο, παρὰ τὴν ἁμαρτία διότι ὅλοι γνωρίζουμε ὅτι ὑπάρχουν στιγμὲς κατὰ τὶς ὁποῖες ὁ λόγος μας εἶναι λόγος ἀληθινὸς καὶ οἱ ἐνέργειές μας ἔργα τῆς ἀλήθειας, ὅτι λέμε καὶ κάνουμε πράγματα πολὺ ἀνώτερα ἀπ' αὐτὸ ποὺ εἴμαστε καὶ ἀπ' αὐτὸ τὸ ὁποῖο εἴμαστε ἄξιοι νὰ διακηρύξουμε. Κατὰ περίεργο ὅμως τρόπο αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία: μὲ τρόπο παράδοξο ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνα σῶμα ἀνθρώπων ἄρρωστο καὶ ὅμως ἱκανὸ νὰ γιατρέψει.
 
Ἡ ἀρρώστια εἶναι κάτι τὸ πραγματικὸ μέσα στὴν Ἐκκλησία, βρίσκεται στὴν ἁμαρτία τοῦ καθενὸς μας γίνεται φανερὴ στὴν μερικὲς φορὲς καταστρεπτικὴ ἀτέλεια τῶν ἐκκλησιαστικῶν μας σωμάτων, τῶν ἐνοριῶν ἡ τῶν πιὸ πολυάριθμων ὁμάδων. Καὶ ὅμως μὲ τὸν ἴδιο τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτεται σ' ἐμᾶς παρὰ τὴν ἀδυναμία μας, διὰ μέσου τῆς ἀδυναμίας μας, ἡ ἐκκλησία εὐπαθής, ἁμαρτωλὴ στὰ μέλη της, δίνει ἕνα μήνυμα ἀλήθειας καὶ ζωῆς καὶ κάτι ἀκόμη περισσότερο ἀπὸ ἕνα μήνυμα: δίνει ζωὴ καὶ κάνει τοὺς ἀνθρώπους νὰ κοινωνοῦν μὲ τὴν ἀλήθεια καὶ αὐτὸ γιατί ὁ Θεὸς βρίσκεται ἀνάμεσά μας.
 
Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι μόνο μία ὁμάδα ἀνθρώπων ποὺ πιστεύουν στὸν Κύριο, ποὺ προσπαθοῦν νὰ Τὸν ὑπακοῦνε καὶ οἱ ὁποῖοι μερικὲς φορὲς πλησιάζουν στὸ νὰ εἶναι ἄξιοι τοῦ Κυρίου τους καὶ ἄλλες φορὲς ἀποτυχαίνουν. Ἡ ἐκκλησία εἶναι ἕνα σῶμα στὸ ὁποῖο εἶναι παρὼν ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Μέσῳ τῆς ἐνανθρώπησης ὁ Γιὸς τοῦ Θεοῦ ὁ ὁποῖος ἔγινε γιὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ πρωτότοκος τῆς Ἐκκλησίας. Στὸ πρόσωπό Του ἀποκαλύπτονται ὅλη ἡ πληρότητα, ὅλο τὸ μεγαλεῖο καὶ ἡ ὡραιότητα καὶ ὅλο τὸ βάθος τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τὸ βάθος αὐτὸ εἶναι τόσο μεγάλο ποὺ ὁ ἄνθρωπος νὰ μπορεῖ νὰ χωράει τὴ θεϊκὴ παρουσία.
 
Ἡ πληρότητα τῆς Θεότητας ἐνοίκησε στὴ σάρκα μέσῳ τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Χριστοῦ. Ἡ πληρότητα τῆς θεϊκῆς Του παρουσίας ἐξακολουθεῖ νὰ ἐνεργεῖ σπερματικὰ μέσα μας μὲ τὰ μυστήρια τοῦ Βαπτίσματος καὶ τῆς Κοινωνίας καὶ ὁ Θεὸς εἶναι ἀκόμη παρὼν μὲ τὴ ζωοδοτική, ἀναδημιουργικὴ καὶ μεταμορφωτικὴ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ δόθηκε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ τὴ βραδιά τῆς Ἀνάστασής Του καὶ ποὺ ἔγινε δεκτὴ ἀπ' ὅλα τὰ μέλη της μέσῳ τῆς δωρεᾶς τοῦ Πνεύματος στοὺς Ἀποστόλους τὴν Πεντηκοστὴ ἡ παρουσία τοῦ Πνεύματος συνεχίζεται μὲ τὴ μετάδοση τῆς ἴδιας δωρεᾶς σ' ἐμᾶς.
 
Μέσῳ τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δημιουργεῖται μία νέα σχέση ἀνάμεσα σ' ἐμᾶς καὶ τὸ Θεὸ κι ὄχι ἁπλῶς μία σχέση, κάτι περισσότερο: ἐγκεντριζόμαστε στὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, γινόμαστε κλαδιὰ ἑνὸς ἀμπελιοῦ, σὰν ἕνα μπόλι τὸ ὁποῖο παίρνει ζωὴ ἀπὸ τὸ χυμὸ καὶ τὴ δύναμη ἑνὸς δέντρου. Αὐτὸ ποὺ ἀληθεύει γιὰ τὸ Χριστὸ γίνεται ἀληθινὸ καὶ γιὰ τὸν καθένα ἀπὸ μᾶς ἂν μόνο ἀφήσουμε τὸ Θεὸ νὰ μᾶς ὑπερνικήσει, νὰ μᾶς μεταμορφώσει, νὰ μᾶς σώσει. Μέσα στὴν ὁρατὴ αὐτὴ Ἐκκλησία στὴν ὁποία οἱ ἀπ' ἔξω βλέπουν τὴν ἀδυναμία μας καὶ ἀντιλαμβάνονται τὴν ἁμαρτία μας, στὴν ὁποία ὁ καθένας μας ὑποφέρει μὲ τὴ δική του ἁμαρτωλότητα καὶ τὴν ἁμαρτωλότητα τοῦ καθενὸς καὶ τῶν πάντων ὑπάρχει μία θεϊκὴ παρουσία καὶ στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἡ ἀποκάλυψη τῆς ἀληθινῆς ἀνθρωπότητας. Στὸ σύμβολο λοιπὸν τῆς Πίστεως μποροῦμε νὰ μιλοῦμε γιὰ μία ἁγία Ἐκκλησία ἐφ' ὅσον αὐτὴ διακατέχεται ἀπὸ τὴν ἁγιότητα τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ.
 
Εὐπαθεῖς, ἁμαρτωλοί, ἐξακολουθοῦμε νὰ εἴμαστε ἕνα συνάθροισμα ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νὰ ἀνήκουν στὸ Θεό, οἱ ὁποῖοι ἔχουν διαλέξει γιὰ Θεὸ τους τὸ Θεὸ ἀντὶ γιὰ ὅλα τὰ εἴδωλα τοῦ κόσμου. Παρὰ τὴν ἀναξιότητά μας ἀποτελοῦμε ἕνα συνάθροισμα ἀνθρώπων ἐξ αἰτίας τῶν ὁποίων ὁ ζωντανὸς Θεὸς εἶναι παρὼν καὶ δυναμικὰ δραστήριος στὸν κόσμο. Αὐτὸ βέβαια ἀντὶ νὰ ἐλαττώνει αὐξάνει τὴν εὐθύνη μας διότι ἡ ἁμαρτία μέσα μας ἀποτελεῖ ἐμπόδιο στὴν ἐλεύθερη καὶ ἀποτελεσματικὴ δράση τοῦ Θεοῦ: εἴμαστε ὑπεύθυνοι γιὰ τὸ ὅτι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐνεργήσει μέσω μας, γιὰ τὸ ὅτι φέρνουμε ἐμπόδια στὸ δρόμο Του καὶ σκοτίζουμε τὶς βουλὲς Του τὸ ὄνομά Του βλαστημιέται ἐξ αἰτίας μας.
 
Ὑπάρχουν δυὸ ἀπόψεις τῆς ἁμαρτωλότητάς μας τὶς ὁποῖες ὀφείλουμε νὰ ὑπερνικήσουμε. Ἀπὸ τὴ μία μεριὰ ὑπάρχουν οἱ ἁμαρτίες τὶς ὁποῖες ἐνῶ ἀναγνωρίζουμε ἔχουμε φτάσει στὸ σημεῖο νὰ μισοῦμε καὶ νὰ ἀπορρίπτουμε, ἔστω καὶ μὲ τὴν πρόθεση καὶ τὴ θέλησή μας. Οἱ ἁμαρτίες αὐτές, ὅσο σκοτεινὲς καὶ ἂν εἶναι ἐξακολουθοῦν νὰ ἀποτελοῦν σημεῖα συνάντησής μας μὲ τὸ Θεό, διότι ὁ Θεὸς ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴ σωτηρία μας ὅσο κι ἐμεῖς καὶ πραγματικὰ ἀκόμη περισσότερο.
 
Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ὑπάρχει μέσα στὸν καθένα μας καὶ στὴν κάθε ὁμάδα ἀνθρώπων ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι ἀνήκουν στὸ Χριστὸ μία πιὸ σκοτεινὴ περιοχή: ὑπάρχει ὁ ἀλύτρωτος ἄνθρωπος, ὁ παλιὸς Ἀδὰμ ὁ ὁποῖος ἐξακολουθεῖ νὰ ζεῖ μέσα μας καὶ ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ ἐγκαταλείψει τὶς ἀξιώσεις του γιὰ αὐτονομία, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ παραδώσει τὸν ἑαυτὸ του ἀνεπιφύλακτα στὸ Θεὸ καὶ φοβᾶται νὰ πέσει στὰ χέρια τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ ἄποψη τῆς ζωῆς μᾶς φαίνεται ἀκόμα πιὸ σκοτεινὴ σ' ἐμᾶς ὡς μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ὡς τόπους ἐνοίκησης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὡς ἄτομα ἀλλὰ καὶ στὴ θλιβερὴ ἀλληλεγγύη μας μέσα στὴν ἁμαρτία διατηροῦμε τὸ δικαίωμά μας νὰ παραμείνουμε εἰδωλολάτρες, νὰ κρατήσουμε ἔξω ἀπὸ τὸ θεϊκὸ χῶρο κάτι ἀπὸ τοὺς ἑαυτούς μας τὸ ὁποῖο θεωροῦμε πολύτιμο, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὸ εἶναι θάνατος καὶ φθορά.
 
Ἡ ἐκκλησία εἶναι πραγματικὰ ἕνα ἄρρωστο σῶμα καὶ παρ' ὅλον ὅτι μὲ τὴ δύναμη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἐπιφέρει τὴ θεραπεία καὶ τὴ σωτηρία ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς ὀφείλει νὰ ρωτήσει τὸν ἑαυτό του: «μέχρι ποιοῦ σημείου ἔχω μετανοήσει γιὰ τὴν ἁμαρτία μου, μέχρι ποιοῦ σημείου ἡ ἁμαρτία μου μὲ στρέφει στὸ Θεὸ μὲ μία κραυγὴ γιὰ σωτηρία καὶ μέχρι ποιοῦ σημείου δὲν εἶναι αὐτὴ μία ἑκούσια ἄρνηση νὰ ἀποδεχτῶ τὸ ζωντανὸ Θεὸ καὶ νὰ Τοῦ ἀνήκω;» Ἡ τελευταία αὐτὴ εἶναι μία ἀληθινὰ δαιμονικὴ ἀξίωση γιὰ τὸ δικαίωμα νὰ εἴμαστε ὁ ἐαυτὸς μας ξεχωριστὰ ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ ἀκόμη παρὰ τὸ Θεό.
 
Ἂς τὸ σκεφτοῦμε αὐτό. Ὄχι μόνο οἱ προσωπικὲς σχέσεις καὶ οἱ σχέσεις μέσα στὴ Χριστιανικὴ κοινότητα θὰ ἄλλαζαν, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρος ὁ κόσμος θὰ ἄλλαζε ἂν ὅσοι ὀνομάζονται Χριστιανοὶ δεχόντουσαν νὰ Τοῦ ἀνήκουν ἀνεπιφύλακτα, ὄχι μόνο σ' ἐκεῖνο ποὺ ἤδη εἶναι δικό Του ἀλλὰ καὶ στὰ μύχια ἐκεῖνα τοῦ μυαλοῦ ποὺ πρέπει νὰ ὑποταχτοῦν, νὰ καταστραφοῦν ἀπὸ τὴ φωτιὰ γιὰ νὰ γίνουν κτῆμα τοῦ Θεοῦ.
Πηγή: Αγία Ζώνη

Επιστολή ιερομόναχου Σεραφείμ Ρόουζ στους γονείς του








«Ἀγαπητοὶ γονεῖς,

"...Εἶναι ἀλήθεια ὅτι στὴν ἀρχὴ ἐπέλεξα τὴν ἀκαδημαϊκὴ ζωή, διότι ὁ Θεός μοῦ ἔδωσε ἕνα μυαλὸ γιὰ νὰ Τὸν ὑπηρετῶ καὶ ὁ ἀκαδημαϊκὸς κόσμος εἶναι ὁ κατεξοχὴν χῶρος στὸν ὁποῖον ὑποτίθεται ὅτι χρησιμοποιεῖται τὸ ἀνθρώπινο μυαλό. Ὅμως πλέον, μετὰ ἀπὸ ὀκτὼ ἢ ἐννέα χρόνια στὰ πανεπιστήμια, ξέρω καλὰ τί γίνεται ἐκεῖ. Λίγοι ἐκτιμοῦν καὶ σέβονται τὸ μυαλὸ καὶ αὐτοὶ εἶναι καθηγητὲς τῆς «παλιᾶς σχολῆς», οἱ ὁποῖοι σύντομα θὰ ἐκλείψουν.

Γιὰ τοὺς ὑπόλοιπους εἶναι ζήτημα ἐξασφάλισης χρημάτων καὶ μιᾶς σταθερῆς θέσης στὴν ζωὴ - χρησιμοποιοῦν τὸ μυαλὸ σὰν ἕνα εἶδος παιχνιδιοῦ, κάνουν ἔξυπνα τρὶκ μὲ τὸ μυαλὸ καὶ πληρώνονται γι' αὐτὸ ὅπως οἱ κλόουν στὸν τσίρκο. Στὶς μέρες μας ἔχει ἐκλείψει ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἡ ἀγάπη γιὰ τὴν ἀλήθεια καὶ αὐτοὶ ποὺ διαθέτουν μυαλό, πρέπει νὰ ἐκπορνεύουν αὐτὸ τὸ τάλαντό τους γιὰ νὰ τὰ βγάζουν πέρα. Ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ κάνω κάτι τέτοιο, διότι ἡ ἀγάπη μου γιὰ τὴν ἀλήθεια εἶναι πολὺ μεγάλη. Γιὰ μένα ἡ ἀκαδημαϊκὴ σταδιοδρομία εἶναι ἁπλῶς μία δουλειὰ δὲν πρόκειται νὰ γίνω δοῦλος σ' αὐτήν. Δὲν ὑπηρετῶ τὸ Θεὸ στὸν ἀκαδημαϊκὸ κόσμο, ἁπλῶς κερδίζω τὸν ἐπιούσιο. Ἂν πρόκειται νὰ ὑπηρετήσω τὸ Θεὸ σ' αὐτὸν τὸν κόσμο καὶ ν' ἀποφύγω ἔτσι νὰ κάνω τὴ ζωή μου μία πλήρη ἀποτυχία, θὰ πρέπει νὰ τὸ κάνω ἐκτὸς τῶν ἀκαδημαϊκῶν κύκλων.

Ἔχω ἀποταμιεύσει ἕνα μικρὸ ποσὸν καὶ ἐλπίζω νὰ κερδίσω λίγα χρήματα ἀκόμα μὲ καμιὰ δουλίτσα. Πιστεύω ὅτι θὰ τὰ βγάλω πέρα οἰκονομικὰ γιὰ ἕνα χρόνο, κάνοντας αὐτὸ ποὺ ὑπαγορεύει ἡ συνείδησή μου: νὰ γράψω ἕνα βιβλίο γιὰ τὴν πνευματικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου σήμερα - θέμα γιὰ τὸ ὁποῖο, μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, γνωρίζω ὁρισμένα πράγματα. Τὸ βιβλίο μᾶλλον δὲν θὰ πουλήσει καθότι οἱ ἄνθρωποι δὲν θέλουν νὰ θυμοῦνται τὰ πράγματα ποὺ ἔχω νὰ τοὺς πῶ· προτιμοῦν νὰ βγάζουν χρήματα, παρὰ νὰ λατρεύουν τὸ Θεό.

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι αὐτὴ ἡ γενιὰ εἶναι μπερδεμένη. Τὸ μόνο πρόβλημα μὲ μένα εἶναι ὅτι δὲν εἶμαι μπερδεμένος καὶ γνωρίζω πολὺ καλὰ ποιὸ εἶναι τὸ καθῆκον τοῦ ἀνθρώπου: νὰ λατρεύει τὸ Θεὸ καὶ τὸν Υἱό Του καὶ νὰ προετοιμάζεται γιὰ τὴ ζωὴ στὸν ἐπερχόμενο κόσμο ὄχι νὰ ζεῖ ἄνετα κι εὐτυχισμένα σ' αὐτὸν τὸν κόσμο ἐκμεταλλευόμενος τὸν συνάνθρωπό του καὶ ξεχνώντας τὸ Θεὸ καὶ τὴ Βασιλεία Του.

Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

Στήν προσευχή ἡ ψυχή της εὕρισκε τήν ἀνάπαυσι....."



Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΝΑΓΙΑ:
Ἡ Γερόντισσα Μακρίνα εἶχε, ἐπίσης, τό χάρισμα τῆς προσευχῆς, τήν ὁποία ἤδη ἀπό μικρό παιδί εἶχε «ἐγκολπωθῆ». Στήν προσευχή ἡ ψυχή της εὕρισκε τήν ἀνάπαυσι καί σέ αὐτήν ἐμπιστευόταν ὅλα τά αἰτήματά της. Κάποτε ζήτησε μέ δάκρυα ἀπό τόν Θεό νά τῆς δείξη πῶς πρέπει νά προσεύχεται, οὕτως ὥστε ἡ προσευχή ἐνώπιόν Του νά εἶναι καθαρή καί ἀπηλλαγμένη ἀπό τήν οἴησι, γιά νά μπορῆ ἀνεμπόδιστα ὁ προσευχόμενος νά ἑνώνεται μέ τόν Θεό. Ἐκεῖνο τό βράδυ τῆς παρουσιάσθηκε Ἄγγελος Κυρίου μέ ὁλόλευκη στολή, ὁ ὁποῖος τήν δίδαξε πῶς πρέπει νά προσεύχεται ὁ ἄνθρωπος ἀναλόγως πρός τίς πνευματικές καταστάσεις του.
Συμφώνως μέ τίς ὑποδείξεις τοῦ Ἀγγέλου, ὅταν ἡ ψυχή αἰσθάνεται τήν τελεία ἀγάπη πρός τόν Θεό, ὁ ἄνθρωπος ὑψώνει τά χέρια του ψηλά.
Ὅταν κυριαρχοῦν ἐντός του ἡ ταπείνωσι καί ἡ μνήμη τῶν Παθῶν τοῦ Κυρίου, ὁ ἄνθρωπος σταυρώνει τά χέρια καί σκύβει τό κεφάλι.
Ὅταν ἡ ψυχή ἀπό τόν πόλεμο τῶν παθῶν νοιώθη τήν ἄκρα ταπείνωσι, τότε ὁ ἄνθρωπος προσεύχεται μέ τά χέρια πίσω, σάν κατάδικος.
Κατόπιν ὁ Ἄγγελος ἄρχισε νά προσεύχεται γονατισμένος καί νά κλαίη σάν νά ἀγκάλιαζε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ, δεικνύων πώς, ὅταν ὁ ἄνθρωπος συναισθάνεται τήν μηδαμινότητά του, προσεύχεται ἔτσι καί βιώνει ἀνεκλάλητη χαρά καί παράκλησι ἀπό τόν Θεό.



Στήν συνέχεια ἐμφανίσθηκε μία τεράστια κλῖμαξ, πού στεκόταν στόν ἀέρα· τά δέ σκαλοπάτια της εἶχαν μεγάλη ἀπόστασι μεταξύ τους. Ὁ Ἄγγελος τῆς εἶπε νά τόν ἀκολουθήση καί κρατῶντας την ἀπό τό χέρι ἄρχισαν νά τά ἀνεβαίνουν. Σιγά-σιγά τούς περιέβαλε ἕνα πυκνό, μελανό καί ψηλαφητό σκότος πού μύριζε θειάφι. Καθώς ἀνέβαιναν, ὁλοένα καί περισσότερο δυσκολευόταν ἡ Γερόντισσα στήν ἀναπνοή. Ἔφθασαν τέλος στίς φυλακές, ὅπου εὑρίσκονταν οἱ ἄνθρωποι μέ τά θανάσιμα ἁμαρτήματα. Στόν ἀπαράκλητο ἐκεῖνο τόπο μέ τό βαθύ σκοτάδι, κυριαρχοῦσαν τά μουγκριτά τῶν κολασμένων πού ἡ ὅψι τους ἦταν φρικτή. Ἀπό παντοῦ ἀκούγονταν θρῆνοι καί οἰμωγές. Αὐτόν τόν θρῆνο ἡ Γερόντισσα δέν μπόρεσε ποτέ σέ ὅλη της τήν ζωή νά τόν ξεχάση.
Μετά ἀπό αὐτή τήν ἐμπειρία πού βίωσε, ὅταν συνῆλθε, κατελήφθη ἀπό κλαυθμό. Ἐπί δέκα ἡμέρες δέν μποροῦσε νά σταματήση τά δάκρυά της. Αἰσθανόταν ἀφ᾿ ἑνός τήν εὐφροσύνη τῆς ἀγγελικῆς παρουσίας καί τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἀγγέλου περί προσευχῆς ἀφ᾿ ἐτέρου τό πένθος ἀπό τήν θεωρία τῆς Κολάσεως. Μετά ἀπό αὐτήν τήν ἐπίσκεψι αἰσθανόταν στήν προσευχή της περισσότερη κατάνυξι, δέν εἶχε κατ᾿ αὐτήν τήν αἴσθησι τοῦ χρόνου καί τά δάκρυά της ἔρρεαν ἄφθονα.


Πολιτευομένη ἡσυχαστικῶς καί ἀσκοῦσα ἀδιαλείπτως τήν «εὐχή», ἡ Γερόντισσα Μακρίνα προσευχόταν γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους καί ἰδιαιτέρως γιά ὅσους εἶχε γνωρίσει ἐν ὅσῳ ζοῦσε στόν κόσμο. Μέ πολύ πόνο εὐχόταν ὑπέρ ἀναπαύσεως τῶν ψυχῶν τῶν κεκοιμημένων, οἱ ὁποῖοι δέν εἶχαν ἐξομολογηθῆ, κυρίως θανάσιμα ἁμαρτήματα. Μία τέτοια περίπτωσι, γιά τήν ὁποῖα παρακαλοῦσε καί ἄλλους ἀνθρώπους νά προσεύχωνται ὑπέρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς της, ἦταν ἡ Γλυκερία, μία γνωστή της ἀπό τά νεανικά της χρόνια. Ἡ Γλυκερία στήν Κατοχή δέν ἄντεξε τήν πεῖνα καί γιά νά ἐπιβιώση ἄρχισε νά κάνη στήν ζωή της παραχωρήσεις μέχρι πού κατέληξε στήν ἁμαρτία. Ἡ Γερόντισσα μέ πολλή θλῖψι διερωτᾶτο σέ τί κατάστασι εὑρίσκεται ἡ ψυχή τῆς Γλυκερίας, ἡ ὁποία εἶχε κοιμηθῆ. Ἕνα βράδυ, ὕστερα ἀπό ἔντονη προσευχή, εἶδε ἕνα πύρινο ποταμό καί στό μέσο του πάνω σέ μία σχεδία διέκρινε τήν Γλυκερία, πού φώναζε πρός τήν Γερόντισσα ἐκλιπαρῶντας την γιά προσευχή καί βοήθεια: «Βοήθησέ με, Γερόντισσα, καίγομαι!». Αὐτή ἡ εἰκόνα τῆς Κολάσεως καί οἱ ἀπεγνωσμένες κραυγές τῆς Γυκερίας δέν ἔφυγαν ποτέ ἀπό τόν νοῦ τῆς Γερόντισσας καί ἡ προσευχή της γινόταν μέ πολύ πόνο ψυχῆς καί συντριβή γιά τήν ἀνάπαυσι ἀνθρώπων, πού ἔφευγαν ἀπό αὐτόν τόν κόσμο ἀνεξομολόγητοι καί ἀτακτοποίητοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
Διαρκής μέριμνα καί διακαής πόθος τῆς Γερόντισσάς μας ἦταν ἡ σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων καί πρωτίστως τῶν μοναζουσῶν.

Τέλος καί τῷ Θεῷ δόξα!

ΕΚΔΟΣΕΙΣ: «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
Ἀπό τό βιβλίο: "Λόγια καρδιᾶς"
τῆς Γερόντισσας Μακρίνας
Ἱ. Μ. Παναγίας Ὁδηγήτριας Πορταριᾶς Βόλου