Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017

- Γέροντα, τί πρέπει νά κάνουμε ὅταν θέλουμε νά παρακαλέσουμε ἕναν Ἅγιο γιά κάτι;



 - Γέροντα, τί πρέπει να κάνουμε όταν θέλουμε να παρακαλέσουμε έναν Άγιο για κάτι;


  • Πρώτα να κάνετε τοn σταυρό σας στο Όνομα της Αγίας Τριάδος. 
  • Μετά πείτε την προσευχή της Παναγίας ''Χαίρε, Κεχαριτωμένη Μαρία'' και 
  • ύστερα επικαλεστείτε τον Άγιο τρείς φορές.

Για παράδειγμα: ''Άγιε Μεγαλομάρτυρα Γεώργιε, παρακάλεσε τον Θεό για μας!'', και ύστερα ζητήστε εκείνο που θέλετε, αλλά αυτό να είναι χρήσιμο για την ψυχή. Αυτό να ζητάτε.


------------------------------------------------------------
(Απο το βιβλίο της Νάνα Μερκβιλάτζε: ''Ο Άγιος Γαβριήλ ο δια Χριστόν Σαλός και Ομολογητής'')

http://apantaortodoxias.blogspot.gr/2017/09/blog-post_271.html?m=1

http://hristospanagia3.blogspot.gr/2017/09/blog-post_747.html#more

Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017

Το πνεύμα της πλάνης κυνηγάει τα άκρα. Τα περισσά και τα υπέρμετρα, σύμφωνα με την πατερική σοφία "των δαιμόνων εισί".





Όταν ο γερο-Δανιήλ ήταν στο Ρωσικό, παρατηρούσε πως κάποιος μοναχός που ασκήτευε σ΄ ένα κάθισμα έξω από το μοναστήρι, παρίστανε τον μεγάλο ασκητή. Έκανε μεγάλες νηστείες, φορούσε τα πιο άθλια ρούχα, γύριζε ξιπόλητος, γύριζε ξιπόλητος ακόμα και τον χειμώνα κλπ. Μεταξύ των άλλων, ενώ ο κανονισμός προβλέπει 300 μετάνοιες την ημέρα, αυτός έκανε 3000. Οι άλλοι λοιπόν μοναχοί τον εθαύμαζαν.

-Αυτό; είναι πραγματικός καλόγερος. Αυτός είναι ασκητής με τα όλα του έλεγαν.

Ο π. Δανιήλ, παρ΄ όλο που ήταν νεώτερος τότε, δεν έδειχνε ενθουσιασμένος. Με το διορατικό του βλέμμα διέκρινε μια κατάσταση κάθε άλλο, παρά θεάρεστη. Διεπίστωσε μάλιστα πως στην πόρτα της καλύβης του υπήρχε κάποιο άνοιγμα, που επέτρεπε στους διαβάτες να βλέπουν μέσα για να επαινούν τη μεγάλη του άσκηση.

Η αγάπη τον έσπρωξε ν΄ αναφέρει την υπόθεση στον ηγούμενο, ώστε να σωθεί ο αδελφός από την πλάνη. Τότε ο ηγούμενος ξεκίνησε για την καλύβη του "υπερασκητού"!

-Πώς τα περνάς εσύ εδώ, πάτερ ;

-Με την ευχή σου γέροντα, καλά. Αγωνίζομαι και κλαίω τις αμαρτίες μου.

-Μόνο που δεν ήρθες καμιά φορά να μου πεις τους λογισμούς σου.

-Τί, να σου πω, γέροντα ; Τα ξέρεις. Είμαι ένας αμαρτωλός που αγωνίζομαι.

-Τί αγώνες έχεις ; Δεν μου λες, κάνεις καμιά γονυκλισία ;

-Ναι, γέροντα, κάνω μερικές.

-Πόσες ;

-Να με την ευχή σου 3000 την ημέρα.

-Πώς ; Γιατί 3000; Ποιός σου έδωσε ευλογία για τόσε; Όχι, δεν θα ξανακάνεις 3000. Τι θέλεις να παραστήσεις; Τον "υπερασκητή"; Στο εξής μόνο πενήντα. Έτσι δεν θα σε πιάνει και υπερηφάνεια.

Ο γέροντας έφυγε. Η τομή είχε γίνει και το απόστημα παρουσιάσθηκε αμέσως με όλη του τη δυσοσμία. Συνέβη κάτι το ανέλπιστο.

Ο άλλοτε "μέγας και τρανός" ασκητής πήρε στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών. Γονυκλισίες δεν μπορούσε να κάνει ούτε πενήντα ! Αντί για κουρελιάρικα ρούχα φορούσε τώρα ό,τι πολυτελέστερο υπήρχε. Η φτωχική του τράπεζα γνώρισε τα εκλεκτότερα φαγητά.

Όπως ήταν φυσικό, οι άλλοι πατέρες έτριβαν τα μάτια τους. Τότε πια κατάλαβαν πως οι υπέρμετρες ασκήσεις του οφείλονταν σε πνεύμα υπερηφανείας. Έτσι μπορούσε να εξηγηθεί και η καταπληκτική μεταβολή, γιατί το πνεύμα αυτό της πλάνης κυνηγάει τα άκρα. Τα άκρα, τα περισσά και τα υπέρμετρα, σύμφωνα με την πατερική σοφία "των δαιμόνων εισί".

Πηγή: ΑΡΧΙΜ. ΧΕΡΟΥΒΕΙΜ, ΔΑΝΙΗΛ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2005, σ. 49 κ.ε. (tribonio.blogspot.gr)


Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Χριστός ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν (Ἐφ. 2,13-18), Ἁγ.Ἰουστίνου Πόποβιτς, Ἀρχ. ...

Το Άγχος είναι του διαβόλου. Όταν βλέπετε άγχος, να ξέρετε ότι εκεί έχει βάλει την ουρά του το ταγκαλάκι.




Γιὰ τίποτε νὰ μὴν ἔχετε ἄγχος. Τὸ ἄγχος εἶναι τοῦ διαβόλου. 

Ὅταν βλέπετε ἄγχος, νὰ ξέρετε ὅτι ἐκεῖ ἔχει βάλει τὴν οὐρὰ του τὸ ταγκαλάκι. Ὁ διάβολος δὲν πηγαίνει κόντρα. Ἂν ὑπάρχη μία τάση, σπρώχνει καὶ αὐτός, γιὰ νὰ ταλαιπωρήση καὶ νὰ πλανήση τὸν ἄνθρωπο. Τὸν εὐαίσθητο λ.χ. τὸν κάνει ὑπερευαίσθητο.

Ὅταν ἔχης διάθεση νὰ κάνης μετάνοιες, σπρώχνει καὶ ὁ διάβολος νὰ κάνης περισσότερες ἀπὸ τὴν ἀντοχή σου καί, ἂν οἱ δυνάμεις σου εἶναι περιορισμένες, δημιουργεῖται μία νευρικότητα, γιατί δὲν τὰ βγάζεις πέρα, καὶ στὴν συνέχειά σου δημιουργεῖ ἄγχος μὲ ἐλαφρὰ ἀπελπισία κατ’ ἀρχὰς καὶ μετὰ συνεχίζει… 

Θυμᾶμαι, ὅταν ἤμουν ἀρχάριος μοναχός, ἕνα διάστημα, μόλις ἔπεφτα νὰ κοιμηθῶ, μοῦ ἔλεγε ὁ πειρασμός: “Κοιμᾶσαι; Σήκω! Τόσοι ἄνθρωποι ὑποφέρουν, τόσοι ἔχουν ἀνάγκη…”

Σηκωνόμουν καὶ ἔκανα μετάνοιες, ὅ,τι μποροῦσα. Μόλις ἔπεφτα νὰ κοιμηθῶ, ἄρχιζε ξανά: “Οἱ ἄλλοι ὑποφέρουν κι ἐσὺ κοιμᾶσαι; Σήκω!” Σηκωνόμουν πάλι. Μέχρι ποὺ ἔφθασα νὰ πῶ: “Ἄχ, νὰ μοῦ κόβονταν τὰ πόδια, τί καλά! Θὰ ἤμουν τότε δικαιολογημένος, ἀφοῦ δὲν θὰ μποροῦσα νὰ κάνω μετάνοιες”. Μία Μεγάλη Σαρακοστὴ τὴν ἔβγαλα μὲ τὸ ζόρι, γιατί πήγαινα νὰ στριμώξω τὸν ἑαυτό μου περισσότερο ἀπὸ τὴν ἀντοχή μου.

Ὅταν νιώθουμε στὸν ἀγώνα μᾶς ἄγχος, νὰ ξέρουμε ὅτι δὲν κινούμαστε στὸν χῶρο τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι τύραννος νὰ μᾶς πνίγη".

Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

Μαρτυρία Αγιορείτη μοναχού για τη θεία φώτιση: "Ξαφνικά αισθάνθηκα ένα κάψιμο θείας αγάπης...Αισθανόμουν την καρδιά σαν Ναό όπου λειτουργούσε ο αληθινός Ιερεύς της θείας Χάριτος..."




























     
       "Είναι αδύνατον να περιγραφεί αυτή η κατάσταση με λόγια. Η βίωση
της Ακτίστου Χάριτος δεν μπορεί να περικλεισθεί σε κτιστά ρήματα....
Παύουν να  απασχολούν (τον άνθρωπο) τα κοινά προβλήματα της καθημερινότητας. Δεν ενδιαφέρεται για την γνώμη πού οι άλλοι έχουν γι' αυτόν. Περιφρονεί κάθε ταλαιπωρία. Μοναδική απασχόληση η προσευχή και η κοινωνία με τον Θεό. Είναι μια ζωή ερωτικής αναφοράς. Και αυτός ο έρωτας γεννήθηκε από την έλευση της Χάριτος. ...Τα πάθη δεν ενεργούν. Ο άνθρωπος «πάσχει την θέωσιν».Η ευλογημένη αυτή κατάσταση με υπερβαίνει, δηλ. δεν έχω πραγματικά βιώματα αυτής της ζωής. 
Γι' αυτό παρακάλεσα έναν εκλεκτό φίλο μου μοναχό, που ασκείται στον Ιερόν Άθωνα, να μου πει τα γνωρίσματα της. Γνώριζα ότι είχε πολλές τέτοιες ευλογημένες εμπειρίες. Με αγάπη πολλή ανταποκρίθηκε στο αίτημά μου και έτσι καταγράφω εδώ την περιγραφή που κάνει γι' αυτήν την πρώτη έλευση της θείας Χάριτος. 

«Από την αρχή της μοναχικής μου ζωής ζούσα μια ήσυχη, καλή ζωή. Οι ακολουθίες στο Μοναστήρι και η Μυστηριακή ζωή με θέρμαιναν, με ανέπαυαν. Αυτό μέχρι την ώρα που γεννήθηκε μέσα μου κάτι άλλο, μέχρι την ώρα που αναπτύχθηκε η εσωτερική ζωή. 

Ξαφνικά αισθάνθηκα ένα κάψιμο εσωτερικό, ένα κάψιμο θείας αγάπης. Η φυσική και καλή ζωή που ζούσα μέχρι τότε, φαινόταν τώρα πολύ σκοτεινή, χωρίς νόημα και περιεχόμενο. 

Άρχισα να βρίσκω τον χώρο της καρδιάς, το κέντρο της υπάρξεως, τον ευλογημένο εκείνο χώρο που ανακαλύπτεται με την εν Χάριτι άσκηση και μέσα στον όποιο αποκαλύπτεται ο Ίδιος ο Θεός. 

Αυτή η καρδιά είναι το πρόσωπο, γιατί πρόσωπο είναι «ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος εν τω αφθάρτω του πνεύματος... ο εστίν ενώπιον του Θεού πολυτελές» (Α' Πέτρου γ' 4).

Μέχρι τότε τα διάβαζα αυτά στα βιβλία, τώρα τα έβλεπα στην πραγματικότητα. Ένοιωθα αυτό που λέγει ο Αββάς Παμβώ «ει έχεις καρδίαν δύνασαι σωθήναι», αυτό που λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος «Θεός θεοίς ενούμενός τε και γνωριζόμενος εν καρδία» και ο Απόστολος Παύλος «ος έλαμψεν εν ταις καρδίαις ημών».

Η καρδιά που είναι τα άγια των αγίων «της μυστικής ενώσεως Θεού και ανθρώπου, αυτής της ενυποστάτου δι' Αγίου Πνεύματος ελλάμψεως» ανακαλύφθηκε. 

Αισθανόμουν την καρδιά σαν Ναό μέσα στον οποίο λειτουργούσε ο αληθινός Ιερεύς της θείας Χάριτος.

Παράλληλα με τον κτύπο του σαρκικού οργάνου της καρδίας ακουγόταν και ένας άλλος κτύπος βαθύτερος και γρηγορότερος. Αυτός ο κτύπος συντονιζόταν με την ευχή του Ιησού. Ή μάλλον η ίδια η καρδιά έλεγε την ευχή. Όλη αυτή η κατάσταση συνδεόταν με μερικά χαρακτηριστικά. 

Αναπτύχθηκε μια ερωτική κοινωνία με τον Θεό. Τότε καταλάβαινα γιατί οι Πατέρες ονόμαζαν τον Θεό έρωτα. «Ο Θεός έρως εστί και εραστόν» (Μάξιμος ο Ομολογητής) και «ο εμός έρως εσταύρωται» (αγ. Ιγνάτιος Θεοφόρος). Κάθε μέρα αισθανόμουν την περίπτυξη του Θεού. Αυτή η αγάπη εκείνο τον καιρό με είχε τρελλάνει. Ό Θεός βιωνόταν ως ελεήμων, ως γλύκα και γλυκασμός. Άναψε μέσα στην καρδιά μου το ευλογημένο πυρ, που έκαιγε τα πάθη και δημιουργούσε ανέκφραστη πνευματική ηδονή. 

Αναζητούσα ησυχία, σκοτάδι, ηρεμία εξωτερική. Τα μικρά κελλιά, οι τρύπες των βράχων, ο ανοιχτός ορίζοντας της φύσεως, τα σκοτεινά μέρη με δέχονταν σαν φιλοξενούμενο. 

Την νύκτα έβγαινα στις ερημιές του Άθωνα. Μαγεία! Ευλογία! Μέθη!...

Στην μοναξιά και στην πολυκοσμία, στην έρημο και στα κοινόβια ζούσα την παρουσία του Θεού, την θεία περίπτυξη. 

Αναπτύχθηκαν τότε άλλες αισθήσεις, αισθήσεις πνευματικές, η νοερά αίσθηση, η νοερά δράση και ακοή. Όλος ο νους ήταν συγκεντρωμένος μέσα στο βάθος της καρδιάς και άκουγε εν ακορέστω γλυκασμώ την ευχή που λεγόταν μέσα εκεί. Όλος ο εσωτερικός κόσμος ενοποιημένος. Όλα έδειχναν ότι γεννήθηκε ένας καινούργιος άνθρωπος, ένας καινούργιος κόσμος και μια καινή ζωή. Μια θερμότητα έκαιγε τα πάντα. «Ουχί η καρδία ημών καιομένη ην εν ημίν ως ελάλει ημίν εν τη οδώ...;» 

Η αίσθηση των μαθητών αυτών υπήρξε δική μου βίωση. Αισθανόμουν καλά τον λόγο του Χριστού: «πυρ ήλθον βαλείν επί την γην και τι θέλω ει ήδη ανήφθη;» Και τον λόγον ότι ο Θεός «πυρ εστί καταναλίσκον». Άλλοτε αυτή η θέρμη και αυτή η φωτιά μετατρεπόταν σε πληγή βαθειά. Αισθανόμουν ότι αυτή η θερμότητα αναγεννούσε την ύπαρξή μου, πρώτα την ψυχή και μετά επεκτεινόταν και στο σώμα. Η αίσθηση ότι τώρα γεννήθηκα σε άλλον κόσμο ήταν διαρκής. Χοροπηδούσα σαν μικρό παιδί. Ακόμη υπήρξαν μερικές φορές που ένοιωσα και την σάρκα μου σαν μικρού παιδιού, που μόλις βγήκε από την μήτρα της μάνας του. 

Αυτό δημιουργούσε βαθύτατη ειρήνη λογισμών. Ο νους καθοριζόμενος διαρκώς απέβαλε όλα τα ξένα στοιχεία τα οποία σαν λέπια τον εκάλυπταν. Γινόταν έτσι ελαφρός και πάντοτε εύρισκε καταφύγιο στην καρδιά. Εκεί παρέμεινε και ευφραινόταν πνευματικά. Εκεί μερικές φορές άκουγε και την φωνή του Θεού, που ήταν πολύ συνταρακτική και δημιουργούσε πηγές δακρύων. 

Η γνωριμία με τον Θεό ήταν προσωπική. Η γνώση του Θεού πραγματικό γεγονός.

Μερικές φορές βυθιζόμουν σε βαθειά μετάνοια. Ο νους μπαίνοντας στην καρδιά εν Χάριτι έβλεπε το σκοτάδι, την βρωμιά της ψυχής και όλη η ύπαρξή ξεχυνόταν σε καυτά δάκρυα. 

Έκλαιγε η καρδιά...

Τα δάκρυα της καρδιάς ξεχύνονταν επάνω της και την ξέπλεναν από την αμαρτία. Παράλληλα άνοιγαν και τα μάτια και γίνονταν πηγές δακρύων. Άλλοτε έκλαιγε μόνον η καρδιά και άλλοτε και το σώμα. Θρήνος βαθύς από την αποκάλυψη της ασωτίας...Κλάμα πολύ, αλλά όχι με απελπισία. Ήταν συνδεδεμένο με την αίσθηση της αγάπης του Θεού.

Εκείνο τον καιρό όλα ήταν ωραία. Η λέξη ωραία δεν έχει σχέση με την αισθητική, αλλά με την οντολογική πραγματικότητα. Έβλεπα τους λόγους των όντων σε όλη την δημιουργία. Και αυτό προξενούσε άρρητη ευφροσύνη. Όλα εξέφραζαν την αγάπη του Θεού. Η ανάγνωση της Γραφής έτρεφε την καρδιά. Οι λέξεις δεν πήγαιναν στην λογική, αλλά εισχωρούσαν στην καρδιά και την ζωογονούσαν. Όπως το μωρό ρουφά το γάλα από τον μαστό της μάνας του και τρέφεται, έτσι αισθανόταν η καρδιά τρεφόταν από το λόγο του Θεού. Γινόταν μετάγγιση αίματος.

Τα βιβλία των Πατέρων τα διάβαζα με άλλο πρίσμα. Γνωστά κείμενα τότε τα έβλεπα διαφορετικά. Σαν να είχα αποκτήσει καινούργια μάτια και σαν να είχα μάθει καινούργια γλώσσα. Αισθανόμουν συγγενής πνευματικά με τους Πατέρας. Όμως τις πιο πολλές φορές δεν ήθελα να διαβάζω ακόμη και βιβλία πατερικά. Σαν να σταματούσαν την προσωπική επικοινωνία με τον εράσμιο Νυμφίο, σαν να διέκοπταν τη ζωντανή επικοινωνία με τον Δημιουργό του παντός.

Τα πάθη δεν ενεργούσαν τότε. Ένοιωθα όχι ηθικές αναστολές, αλλά την αναγέννηση μου. Ήμουν τόσο μεθυσμένος, ώστε δεν με ενδιέφερε απολύτως τίποτε. Υπήρχε μέσα μου μια ακατάσχετη αναζήτηση και επιθυμία να μη με αγαπούν οι άνθρωποι και μάλιστα να με περιφρονούν. Αφού είχα την αγάπη του Θεού, δεν με ενδιέφερε τίποτε άλλο.

Ζούσα μια ερωτική ζωή, ζωή δακρύων...Η μόνη απασχόληση εγώ και ο Θεός. Ζητούσα την μοναξιά που ήταν κοινωνία. «Ενώπιος Ενωπίω», «πρόσωπον προς Πρόσωπον». Αλλά και όταν ευρισκόμουν σε πολυκοσμία η εσωτερική φωνή ήταν ισχυρότερη. Και όταν κατά την διάρκεια ακολουθίας ο Γέροντας με έβαζε να ψάλλω, εγώ συγχρόνως άκουγα και αυτήν την εσωτερική φωνή της καρδιάς να επαναλαμβάνει την ευχή που έγινε το εντρύφημά μου. 

Αυτή η κατάσταση κράτησε περίπου τέσσερα χρόνια. Μέρα-νύχτα έλεγα την ευχή. Και την ώρα που κοιμόμουν η καρδιά προσευχόταν. Την άκουγα καθαρά να αδολεσχεί με τον Θεό. 

Όποιος θέλει να διαπιστώσει αν υπάρχει Θεός, ας δοκιμάσει. Θα συναντήσει ένα ζωντανό Θεό! Η Χάρη του Θεού με αξίωσε εμένα το έκτρωμα όλου του κόσμου να αποκτήσω μια μικρή σταγόνα γνώσεως Θεού». 


Απόσπασμα από το βιβλίο: 
Το μυστήριο της παιδείας του Θεού
Η έλευση της Χάριτος στον πιστό. Η παιδεία του Θεού.
Οι αληθινές πνευματικές εμπειρίες του Χριστιανού

Μητροπ. Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεου Βλάχου

Μερική αναδημοσέυση από τα ιστολόγια:

" Πώς πάει ο ζήλος σου;"



Σ’ ένα άρθρο από το περιοδικό «ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ» (1-11-1956), το οποίο είχε φυλάξει στό αρχείο του ο αείμνηστος Γέροντας, πατήρ Αρσένιος Κομπούγιας, τού ησυχαστηρίου «Παναγία η Γοργοεπήκοος» στη Ναύπακτο, γράφει το εξής σημαντικό γεγονός:

Ένας ιερεύς ζηλωτής, με πλούσια δράση, είδε κάποτε ένα όνειρο. Ο ίδιος μας τό έχει περιγράψει ως εξής:

«Καθόμουνα στήν πολυθρόνα μου, κουρασμένος κι εξαντλημένος από την εργασία. Το σώμα μου πονούσε απ’ τη μεγάλη κόπωση.

Πολλοί στήν ενορία μου ζητούσαν τον πολύτιμο «Μαργαρίτη». Και πολλοί τον είχαν βρεί. Η ενορία μου προόδευε από κάθε άποψη. Η ψυχή μου πλημμύριζε από χαρά, ελπίδα καί θάρρος. Τα κηρύγματά μου έκαναν μεγάλη εντύπωση. Πολλοί προσήρχοντο στήν Εξομολόγηση. Η εκκλησία μου ήταν πάντοτε ασφυκτικά γεμάτη. Είχα κατορθώσει νά κινητοποιήσω ολόκληρη την ενορία.

Ικανοποιημένος απ’ όλα, εργαζόμουνα κάθε μέρα μέχρις εξαντλήσεως. Ενώ σκεπτόμουνα όλα αυτά, χωρίς να το καταλάβω, με πήρε ο ύπνος. Τότε συνέβη το εξής, που θα σάς περιγράψω:

Ένας ξένος μπήκε στο δωμάτιο χωρίς να χτυπήσει την πόρτα. Το πρόσωπό του ήταν γλυκό κι είχε μεγάλη πνευματικότητα. Ήταν καλά ντυμένος και κρατούσε στο χέρι του μερικά όργανα χημικού εργαστηρίου. Η όλη του εμφάνιση προκαλούσε παράξενη εντύπωση. Ο ξένος με πλησίασε. Κι ενώ μου άπλωνε το χέρι του για να με χαιρετήσει, μέ ρώτησε:

-Πώς πάει ο ζήλος σου;

Η ερώτηση αυτή μου προξένησε μεγάλη χαρά. Γιατί ήμουν πολύ ικανοποιημένος με το ζήλο μου. Καί δεν είχα καμία αμφιβολία, πως κι αυτός ο ξένος θα ήταν πολύ χαρούμενος, άν τόν γνώριζε.

Τότε, όπως θυμάμαι απ’ το όνειρό μου, για να του δείξω πόση αξία έχει ο ζήλος μου, σαν νά έβγαλα απ’ το στήθος μου μιά συμπαγή μάζα, που ακτινοβολούσε σαν χρυσάφι. Του τήν έβαλα στο χέρι και του λέω:

-Αυτός είναι ο ζήλος μου.

Εκείνος τήν πήρε και τη ζύγισε προσεκτικά πάνω στη ζυγαριά του:

-Ζυγίζει πενήντα κιλά, μου λέει σοβαρά.

Εγώ μόλις πού μπορούσα να συγκρατήσω τη χαρά μου για το βάρος αυτό. Εκείνος όμως μέ σοβαρότητα, σημείωσε το βάρος σ’ ένα χαρτί και συνέχισε την εξέτασή του.

Έσπασε τη μάζα εκείνη σε κομμάτια και την έβαλε μέσα σ’ ένα χημικό τηγάνι πάνω στή φωτιά. Όταν η μάζα έλειωσε και καθαρίστηκε, την έβγαλε απ’ τη φωτιά. Ξεχώρισε τα διάφορα στοιχεία. Όταν αυτά κρύωσαν, σχηματίσθηκαν διάφορα κομμάτια. Τα άγγιζε μ’ ένα σφυράκι και ζύγιζε το βάρος κάθε κομματιού πάνω στό χαρτί.

Όταν τελείωσε, μου έριξε μιά ματιά γεμάτη από συμπόνια και μου λέει:

-Εύχομαι νά σέ λυπηθεί ο Θεός και να σωθείς.

Κι αμέσως, εγκατέλειψε το δωμάτιο.

Στό χαρτί πού μου άφησε στο τραπέζι, ήταν γραμμένα τα εξής:

Ανάλυσις τού ζήλου του ιερέως Χ.

Συνολικόν βάρος: 50 κιλά

Η προσεκτική ανάλυσις παρουσιάζει τα εξής στοιχεία:

• Φανατισμός: 5 κιλά.

• Προσωπική φιλοδοξία: 15 κιλά.

• Φιλοχρηματία: 12 κιλά.

• Τάση πρός επιβολή και κυριαρχία πάνω στις ψυχές: 8 κιλά.

• Επίδειξις: 10 κιλά παρά 20 γραμμάρια.

• Αγάπη πρός τόν Θεό: 10 γραμμάρια.

• Αγάπη πρός τούς ανθρώπους: 10 γραμμάρια.

Σύνολον: 50 κιλά.

Η παράξενη συμπεριφορά του ξένου και η ματιά με την οποία με αποχαιρέτησε, μου μετέδωσαν κάποια ανησυχία. Μα όταν είδα το αποτέλεσμα της εξετάσεώς του, ένοιωσα τά γόνατά μου να λυγίζουν.

Θέλησα στήν αρχή ν’ αμφισβητήσω την ορθότητα των αριθμών. Μα εκείνη τη στιγμή άκουσα έναν αναστεναγμό του ξένου, που είχε φθάσει στην εξώπορτα. Ηρέμησα κι άρχισα νά σκέπτομαι πιό ψύχραιμα. Μα καθώς σκεπτόμουν, σκοτείνιασε μπροστά μου. Δέν μπορούσα να διαβάσω το χαρτί, που κρατούσα στα χέρια μου. Αγωνία και φόβος μέ κατέλαβαν. Στα χείλη μου ήλθε η κραυγή:

-Κύριε, σώσον με…

Έριξα πάλι μιά ματιά στο χαρτί. Ξαφνικά, μεταμορφώθηκε αυτό σ’ έναν ολοκάθαρο καθρέπτη, πού καθρέπτιζε την καρδιά μου. Ένοιωσα και ανεγνώρισα την κατάστασή μου. Μέ δάκρυα στα μάτια παρακαλούσα τον Κύριο να μ’ ελευθερώσει απ’ το ΕΓΩ μου. Τέλος, ξύπνησα με μιά κραυγή αγωνίας.

Στά περασμένα χρόνια, παρακαλούσα τον Θεό να με σώσει από διαφόρους κινδύνους. Μά από την ημέρα εκείνη, άρχισα να παρακαλώ τον Θεό να μ’ ελευθερώσει από το δικό μου ΕΓΩ

Γιά πολύ καιρό ένοιωθα ταραγμένος. Τέλος, ύστερα από επίμονες προσευχές, ένοιωσα το φώς τού Κυρίου να πλημμυρίζει την καρδιά μου και να καίει τ’ αγκάθια τού εγωκεντρισμού μου. Όταν ο Κύριος με καλέσει κοντά Του, θα Τον ευχαριστήσω ολόθερμα για την αποκάλυψη εκείνης της ημέρας, γιατί μου φανέρωσε τότε τόν αληθινό εαυτό μου και οδήγησε τα πόδια μου στον πιό στενό, αλλά και πιό όμορφο δρόμο. Από τότε κάθε μέρα ανανέωνα τις αποφάσεις μου.

Εκείνη η επίσκεψη που μου έκανε Εκείνος που «ετάζει καρδίας και νεφρούς» (πρβλ. Ψαλμ. 7:10), με έκανε άλλον άνθρωπο και ωφέλησε πολύ την εργασία μου».

π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος

Πηγή: agiazoni.gr


Τρίτη, 12 Σεπτεμβρίου 2017

Παπα-Γαλακτίων Σιμωνοπετρίτης (2)


Μαρτυρίες μοναχῶν καί προσκυνητῶν

῾Ο π. Γαλακτίων, ὅσοι τόν ἐγνώρισαν τό ὁμολογοῦν, ὑπήρξε μία ἀπό τίς βιβλικές μορφές τοῦ ῞Αγίου ῎Ορους καί ὴταν ἰδιαίτερα ἀγαπητός σέ μοναχούς καί λαϊκούς, οἱ ὁποίοι ἔβρισκαν ἀνάπαυση στά λόγια του.

῾Ο Γέροντας Αἰμιλιανός σέ ὁμιλία του στήν τράπεζα εἶπε γιά τόν π. Γαλακτίωνα τά παρακάτω: «Αὐτός ὁ ἄνθρωπος εἶναι τό χαμόγελο ὅλων μας. ῞Οταν δέν τόν βλέπουμε εἰς τόν Ναό, ὅλοι τόν ἀναζητοῦμε καί ἀναρωτιόμαστε πότε θά ἔρθει. Εἶναι ὁ πιό ἀγαπητός καί ὁ πιό χρήσιμος ἄνθρωπος τῆς Μονῆς μας…».
῞Οσες φορές πήγαμε στή Σιμωνόπετρα τόν ἀκούγαμε νά διαβάζει καθαρά καί μέ ἱεροπρέπεια τόν Προοιμιακό στόν ἑσπερινό ἤ τόν ᾽Εξάψαλμο στόν ῎Ορθρο καί νά ψάλλει μέ τήν γλυκιά φωνή του τά Εὐλογητάρια καί τήν ἐνάτη ὠδή. ῞Οπως μᾶς ἔλεγαν οἱ πατέρες παρά τήν ἡλικία του ὁ «παππούς», ὅπως τόν ἔλεγαν, πρῶτος πήγαινε στίς ἀκολουθίες καί τελευταῖος ἔφευγε ἀπό τό καθολικό.

῎Ας δοῦμε πώς τόν σκιαγραφεῖ ἕνας συμμοναστής του: «Γιά τόν π. Γαλακτίωνα δέν ὑπήρχαν γνωστοί καί ἄγνωστοι. ῞Όλους τούς ἀγκάλιαζε πατρικά καί ἀδελφικά. Μία φορά ὁμάδα ἐπισκεπτῶν ἀπό τή Γεωργία, κληρικῶν καί λαϊκῶν, ζήτησε νά δεῖ τόν π. Γαλακτίωνα, γιά νά πάρει τήν εὐχή του. Σάν ἐμφανίστηκε, ἄρχισαν νά τόν ἀγκαλιάζουν, νά παίρνουν τήν εὐχή του, νά φοροῦν τό σκουφί του γιά εὐλογία. ῾Ο παππούς Γαλακτίων ἀφέθηκε ἀδιαμαρτύρητα στήν ἀγάπη τους. Τούς θέρμαινε ὡς ὁλοφώτεινος ἥλιος, ρωτοῦσε γιά τίς οἰκογένειές τους, γιά τίς δουλειές τους, γιά τό πώς εἶναι ἡ ζωή τους στόν κόσμο. Τούς χόρτασε λιγότερο μέ τά λόγια καί περισσότερο μέ τό χαμόγελό του. ῾Η συνάντηση ἦταν ἕνα πανηγύρι. Δέχθηκε καί νά φωτογραφηθεῖ ἀκόμη μαζί τους. Δέν τούς ἔκανε θεολογικές ἀναλύσεις. Δέν ἔδωσε βαθυστόχαστες συμβουλές. Παρά ταύτα ὅμως τούς ξεπροβόδισε χαρούμενους, καθῶς ὁ καθένας πῆρε «θεία χάριτι» ὅ,τι ἐπιθυμούσε!

Μόλις ἀπομακρύνθηκαν οἱ ἐπισκέπτες, γυρίζει ὁ π. Γαλακτίων στόν ἀρχοντάρη καί τόν ρωτάει: «Ποιοί ἦταν αὐτοί, δέν τούς ἔχω ξαναδεῖ»! Αὐτός ἦταν ὁ π. Γαλακτίων. Μιλοῦσε σέ ὅλους ἀνυπόκριτα μέ τήν καρδιά του, γαλήνευε ὅλους μέ τό θεραπευτικό του χαμόγελο. Δέν προσποιήθηκε ποτέ. Δέν τό εἶχε ἀνάγκη. ῏Ηταν πηγαῖος καί ἀρχοντικός στή συμπεριφορά καί τά λόγια του. ῎Εβλεπε ὅλους ὡς εἰκόνες τοῦ Θεοῦ».

᾽Ακόμα οἱ πατέρες τῆς Μονῆς μαρτυροῦν πολλά καί ἀξιοθαύμαστα γιά τόν π. Γαλακτίωνα ὅπως: «εἶχε πλατιά καρδιά καί μέσα στή εὐρύχωρη ψυχή του μποροῦσε νά βρεῖ ὁ ὁποιοσδήποτε πονεμένος καί προβληματισμένος τήν παρηγοριά τῆς ἀγάπης καί τῆς προσευχῆς του. ῎Ανοιγε τίς καρδιές. ᾽Απέπνεε ἀγάπη, συμπόνοια, εὐγένεια καί ἀριστοκρατία πνεύματος καί συμπεριφορᾶς. ῏Ηταν εἰρηνικός καί εἰρηνοποιός, τόν διέκρινε ἀγαθότητα καί δέν ἔβγαλε ποτέ κανένα παράπονο, ἀκόμη καί στήν ἀρρώστια του. ῏Ηταν ἕνας ἀψεγάδιαστος κοινοβιάτης πού ἐπιτελοῦσε τό διακόνημά του μέ ζῆλο, ἦταν ἕνα γλυκύτατο γεροντάκι, ἦταν ὁ παππούς ὅλων.

῞Ολοι ἔνιωθαν τόν π. Γαλακτίωνα δικό τους, πώς ἐξέπεμπε γοητεία, πώς ἦταν ἁπλός καί αὐθεντικός μοναχός. ῞Ολοι τόν εἶχαν ὡς παρηγοριά. ᾽Επιβεβαιώνουν ὅτι, ἄν ἔβλεπε κάποιον δυσκολεμένο, τόν πλησίαζε καί χωρίς νά γνωρίζει τί εἶχε τόν ἀνάπαυε μέ τή στοργή του».

᾽Από διηγήσεις συμμοναστῶν καί προσκυνητῶν μαθαίνουμε ἀκόμα ὅτι ὅσοι τόν πλησίαζαν ἔνιωθαν τήν εὐλογία του, ὅτι τούς μετέδιδε χαρά καί ευφροσύνη, ὅτι δέν ὑπολόγιζε ὕπνο καί τροφή, ὅτι ἦταν ἀπόλυτα φιλακόλουθος, ὅτι ἡ ὀρθοστασία του στό ναό ἦταν παροιμιώδης, καθῶς ποτέ δέν καθόταν, ὅτι δοξολογοῦσε τό Δημιουργό ἀσταμάτητα.

Κοντά στόν Θεό

Τὀν π. Γαλακτίωνα ὁ Θεός τόν κάλεσε κοντά του σέ ἡλικία 95 ἐτῶν, στίς 31 ᾽Οκτωβρίου 2014 ὄχι μόνον γιά νά τόν ξεκουράσει ἀλλά καί γιά νά τόν στεφανώσει γιά τούς ἀγῶνες καί τίς προσπάθειές του γιά τή σωτηρία τῆς ψυχῆς του καί τῶν συνανθρώπων του πού κατέφευγαν σ᾽ αὐτόν καί τήν μεγάλη του προσφορά στή Μοναστική πολιτεία τοῦ ῾Αγιωνύμου ῎Ορους.
Αὐτός ἦταν σύντομα ὁ μακαριστός προηγούμενος π. Γαλακτίων.
῎Ας ἔχουμε τήν εὐχή του.

Γεώργιος Θ. Μηλίτσης, διδάσκαλος



Παπα-Γαλακτίων Σιμωνοπετρίτης



Ο ἱερομόναχος μέ τήν πλατιά καρδιά ....


Η ἁγία του βιωτή ἔγινε γνωστή πέρα ἀπό τά ὅρια τῆς ᾽Αθωνικῆς πολιτείας καί ἀποτέλεσε πρότυπο γιά τούς συμμοναστές του καί ὑπόδειγμα γιά τούς ποθοῦντας τή μοναχική πολιτεία. ῾Η ἀγγελική καί ἀσκητική μορφή του κοσμεῖ κάθε ἔκδοση, ὅπου κι ἄν γίνεται στόν πλανήτη μας κι ἀναφέρεται στό Περιβόλι τῆς Παναγίας. Οἱ νουθεσίες του ὁδήγησαν πολλούς στή μάνδρα τῆς ᾽Εκκλησίας. Στό πετραχήλι του πολλοί κατέθεσαν τίς πτώσεις τους καί πῆραν ὡς ἀντάλλαγμα τήν ἀφεση τῶν ἁμαρτιῶν τους καί τή γαλήνη τῆς ψυχῆς τους. Τά ἔργα τῶν χεριῶν του, τά καλάθια πού ἔπλεκε, τά κομποσχοίνια πού δώριζε καί τά σταυρουδάκια πού χάριζε ἀποτελοῦν πολύτιμο κειμήλιο ὅλων ὅσων τά δέχτηκαν. Τέλος, ἡ ἄδολη καί ἀπέραντη ἀγάπη του σκλάβωσε ὅλους ὅσοι τόν γνώρισαν.
῞Ολα τά παραπάνω, μόλις τά διαβάσεις συνειρμικά ὁδηγοῦν τή σκέψη σου στή μορφή τοῦ σεμνοῦ καί μακαριστοῦ Σιμωνοπετρίτου συμπολίτη μας ἱερομονάχου παπα-Γαλακτίωνα.

῾Η ἐπίγεια πατρίδα του

῾Ο μακαριστός γέροντας Γαλακτίων, κατά κόσμον Δημήτριος ᾽Αγγελάκης τοῦ ᾽Αναστασίου καί τῆς ᾽Αγορῆς, γεννήθηκε στό Δενδροχώρι Τρικάλων. Οἱ γονεῖς ὄντες εὐσεβεῖς καί ἐνάρετοι τοῦ δίδαξαν δυό πράγματα, τήν πίστη στό Θεό καί τήν ἀγάπη πρός τήν πατρίδα μας.
Πάντα, ὄχι μόνον μέ τά λόγια τους ἀλλά κυρίως μέ τό παραδειγμά τους, τόν δίδασκαν νά πιστεύει στό Θεό καί σ᾽ Αὐτόν νά καταφεύγει ὅταν ἀντιμετωπίζει προβλήματα στήν καθημερινή του ζωή. Τό ἁγιασμένο, ἁγνό καί ἅγιο οἰκογενειακό περιβάλλον πού μεγάλωσε ἐπέδρασε καθοριστικά στό χαρακτήρα του καί στίς ἀποφάσεις πού ἔπαιρνε στή ζωή του. ῞Ολες τίς Κυριακές καί τίς μεγάλες ἑορτές πήγαιναν οἰκογενειακῶς στήν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ γιά νά παρακολουθήσουν τή Θεία Λειτουργία.
Οἱ γονεῖς του καθῶς ἦταν πτωχοί τόν ἔβαλαν ἀπό μικρό νά ἐργάζεται στά χωράφια τους καί νά φυλάγει τά λιγοστά πρόβατα πού εἶχαν.

Δημιουργεῖ οἰκογένεια

῾Ο Θεός τόν ἀξίωσε, ὅταν ἦλθε στήν κατάλληλη ἡλικία, νά νυμφευθεῖ μέ τή συγχωριανή του Ζωή πού διακρίνονταν γιά τά πολλά χαρίσματά της, ὅπως τή νοικοκυροσύνη, τήν ἐργατικότητα, τήν ἐξυπνάδα μά προπάντων γιά τή βαθειά πίστη της στό Θεό καί τήν ἀγάπη της στήν ἑκκλησία.
᾽Ακόμα τόν ἀξίωσε νά ἀποκτήσει πέντε τέκνα, τέσσερα κορίτσια καί ἕνα ἀγόρι, τά ὁποία ἀνέθρεψε «ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου» καί σύμφωνα μέ τίς παραδόσεις τοῦ ἔθνους μας. Παρ᾽ ὅλη τή φτώχεια του προσπάθησε τά παιδιά του νά μάθουν γράμματα γιά νά γνωρίσουν καλύτερα, ὅπως ἔλεγε «τήν Πατερική σοφία καί τήν ἑλληνική γραμματεία». Σ᾽ αὐτό βοήθησε πολύ ὁ ἅγιος ἐπίσκοπος τῶν Τρικάλων μακαριστός Μητροπολίτης Διονύσιος. ῾Ο ἀείμνηστος Μητροπολίτης γιά νά ἔχουν στέγη, θαλπωρή καί φροντίδα οἱ πτωχοί νέοι πού ἔρχονταν ἀπό τά χωριά στά Τρίκαλα γιά νά φοιτήσουν στό Γυμνάσιο ἀναδιοργάνωσε τό ὑπάρχον οἰκοτροφεῖο τῶν ῾Αγίων ᾽Αναργύρων καί ἵδρυσε, γιά τά κορίτσια, τό Καστρακίδειο οἰκοτροφεῖο. ᾽Εκεῖ, στήν ἀγκαλιά τῆς ἐκκλησίας, ὁ κυρ-Δημήτρης ἐμπιστεύτηκε τά παιδιά του γιά νά μάθουν γράμματα μά προπάντων νά πάρουν σωστές ἀρχές καί νά ἀποκτήσουν καλό χαρακτήρα. Τό ὅτι ἐνήργησε σωστά τό ἀποδεικνύει ἡ μεγάλη κατά Θεό ἐξέλιξη τῶν παιδιῶν του.
Τά παιδιά του πού φοιτοῦσαν σέ σχολεῖα τῶν Τρικάλων εἶχαν τήν εὐλογία ἀπό τό Θεό νά συνδεθοῦν μέ ἕνα ἅγιο καί φωτισμένο κληρικό, τόν π. Αἰμιλιανό Βαθείδη, πού ὑπηρετοῦσε ὡς ἱεροκήρυξ καί ἦταν ἡγούμενος στό Μεγάλο Μετέωρο τήν περίοδο ἐκείνη στή Μητρόπολη Τρίκκης καί Σταγῶν. ῾Ο π. Αἰμιλιανός μέ τήν ἁγία του βιωτή καί τό παράδειγμά του τά συνέδεσε περισσότερο μέ τόν Κύριο καί τήν ᾽Εκκλησία Του, ἔγινε τό φωτεινό παράδειγμά τους καί ἐνέπνευσε σέ ὁρισμένα ἀπό αὐτά τό δρόμο τῆς ἀφιερώσεως στό Χριστό. ῎Ετσι η κόρη του Φωτεινή, σήμερα Γερόντισσα Νικοδήμη ἡγουμένη τῆς ῾Ιερᾶς Μονῆς Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου ᾽Ορμύλιας, καί ὁ γιός του ᾽Αναστάσιος, σήμερα π. ᾽Αθανάσιος Σιμωνοπετρίτης, ἀκολούθησαν τό μοναχικό βίο.

῾Ο μακαριστός παπα-Γαλακτίωνας μέ ὅλη του τήν καρδιά ἔδωσε τήν εὐχή του στά παιδιά του νά ἀκολουθήσουν τό δρόμο πού ἐπέλεξαν καί νά γίνουν μέλη τῶν μοναστικῶν ἀδελφοτήτων πού τήν περίοδο ἐκείνη ἄρχισαν νά δημιουργοῦνται στό Μεγάλο Μετέωρο καί στήν ῾Ιερά Μονή τῶν ῾Αγίων Θεοδώρων Καλαμπάκας.

῾Η μεγάλη του πίστη στό Θεό καί ἡ ἀγάπη του πρός τήν Εκκλησία φαίνεται κι ἀπό τό παρακάτω γεγονός. ῞Οταν τά παιδιά του ᾽Αναστάσιος καί Φωτεινή ἀποφάσισαν νά ἀφιερωθοῦν καί τοῦ τό ἀνακοίνωσαν ἡ συζυγός του Κ. Ζωή ἀντέδρασε αὐτός ὅμως γιά νά τήν πείσει νά δώσει τήν εὐχή της κι αὐτή τῆς εἶπε: «Γυναίκα, τά πολλά λόγια εἶναι φτώχεια. Θά εἴμαστε μέ τόν κόσμο ἤ μέ τό εὐαγγέλιο; ῎Αν παρά τή θέλησή τους ὁδηγηθοῦν σέ γάμο καί ἀποτύχουν, δέ θά ἔχουμε εὐθύνη; Καί μετά δέ θά μᾶς πεῖ ὁ Χριστός: ᾽Ελᾶτε ἐδῶ ἐσεῖς οἱ ᾽Αγγελακαίοι μέ τούς μεγάλους σταυρούς. Δέν ἔχετε ἀκούσει τό «ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος;». ῎Ας κερδίσουμε ὡς χριστιανοί καί ἄς χάσουμε ὡς γονεῖς». Τότε ἡ σύζυγός του Ζωή, σήμερα μοναχή Βησσαρία, ὡς ὁμότροπη, ὁμόψυχη καί ὁμόφρονη στήν πίστη ἀλλά καί τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα ἀπάντησε: «῎Ας γίνει, ὅπως ὁρίζεις»!
῾Ο π. Γαλακτίων ὁδήγησε ὁ ἴδιος τήν κόρη του Φωτεινή στό μοναστήρι καί τήν παρέδωσε στήν ῾Ηγουμένη λέγοντας: «Εἴσελθε, τέκνον, εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου σου».

῾Ο δρόμος πρός τήν ἀφιέρωση

Τό 1974, ἀφοῦ τακτοποίησε ὅλες τίς οἰκογενειακές του ὑποχρεώσεις, ἀνεχώρησε μαζί μέ τή σύζυγό του, μετά ἀπό κοινή συμφωνία, ἀπό τό Δενδροχώρι Τρικάλων γιά νά συναντήσουν τόν πνευματικό τους, Γέροντα Αἰμιλιανό, στόν ὁποῖο ἀνακοίνωσαν τήν ἀπόφασή τους, ὅτι ἤθελαν νά γίνουν μοναχοί. ῾Ο π. Αἰμιλιανός ὅταν τούς ἄκουσε τούς προέτρεψε νά τό ξανασκεφθοῦν. ᾽Εκείνοι τοῦ ἀπάντησαν: «῾Η ἀπόφασή μας εἶναι ἀμετάκλητη. Βάλε μας, Γέροντα, κανόνα γιά τό πώς θά πορευόμαστε, μέχρι νά πᾶμε ὁ καθένας μας στό μοναστήρι του». Μετά ἀπό αὐτά ὁ καθένας τους πῆρε τό δρόμο γιά τό μοναστήρι του. ῾Ο κυρ-Δημήτρης πῆγε στό Περιβόλι τῆς Παναγίας συγκεκριμένα στή Σιμωνόπετρα καί ἡ σύζυγός του Ζωή, μοναχή Βησσαρία, στήν ῾Ιερά Μονή Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου ᾽Ορμύλιας.
Στή Σιμωνόπετρα μόναζε καί μονάζει ὁ γιός του π. ᾽Αθανασιος Σιμωνοπετρίτης, ἱερομόναχος καί ῾Υμνογράφος τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ ᾽Εκκλησίας.

Κείρεται μοναχός

῾Ο π. Αἰμιλιανός μέ μεγάλη χαρά δέχτηκε τόν κ. Δημήτρη καί τόν ἔγραψε στά μοναχολόγια ὡς δόκιμο μοναχό. ῞Οπως πληροφορηθήκαμε: «ἡ προσέλευση του π. Γαλακτίωνος στό μοναστήρι ἦταν πανηγυρική. Οἱ καμπάνες τοῦ μοναστηριοῦ χτυποῦσαν χαρμόσυνα, ὅπως γίνεται, ὅταν ὑποδέχονται τόν Πατριάρχη! Συγχρόνως ὅμως ὁ γιός του ῾Ιερομόναχος ᾽Αθανάσιος φρόντισε νά τόν μυήσει στή σοφία τῆς μοναχικῆς ζωῆς λέγοντάς του: «Στό μοναστήρι δέ θά εἶσαι ὁ πατέρας μου, οὔτε ἐγώ ὁ γιός σου. ᾽Εδῶ θά εἴμαστε ἀδελφοί καί συνασκητές πού μέσα ἀπό τό ἄθλημα τῆς ἄσκησης καί τῆς ὑπακοῆς θά προσπαθοῦμε νά ἐπισύρουμε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Δέ θά ἔρχομαι στό κελί σου, οὔτε κι ἐσύ στό δικό μου». ῾Ο π. Γαλακτίων ἀπάντησε «νά εἶναι εὐλογημένο»!
Σέ σύντομο χρονικό διάστημα ὁ π. Αἰμιλιανός βλέποντας τήν πνευματική του πρόοδο τόν ἔκειρε μοναχό καί τόν ὀνόμασε Γαλακτίωνα. Δέν ἄργησε νά χειροτονηθεῖ διάκονος καί πρεσβύτερος.

Στήν ῾Ιερά Μονή Κωνσταμονίτου

Στή Σιμωνόπετρα τήν περίοδο ἐκείνη ἦλθε ἀντιπροσωπεία ἀπό τήν ῾Ιερά Μονή Κωνσταμονίτου νά παρακαλέσει τόν Γέροντα Αἰμιλιανό καί τήν ἀδελφότητα νά πᾶνε ὅρισμένοι Σιμωνοπετρίτες μοναχοί στό μοναστήρι τους καί νά ἀναλάβουν τή διοίκησή του καί νά γηροκομήσουν τούς ὑπάρχοντες ὑπέργηρους μοναχούς. ῾Ο π. Αἰμιλιανός, ὡς ἄνθρωπος ἀγάπης καί θυσίας, μέ τή συγκατάθεση τῆς ἀδελφότητας ἔδωσε εὐλογία ὁρισμένοι μοναχοί, μεταξύ αὐτῶν καί ὁ π. Γαλακτίων, νά πᾶνε νά ἐπανδρώσουν τή Μονή Κωνσταμονίτου. Οἱ πατέρες κάνοντας ὑπακοή ἄφησαν τό μοναστήρι τους καί πῆγαν στή Μονή τοῦ Πρωτομάρτυρα Στεφάνου τοῦ ὁποίου μετά ἀπό κανονική ἐκλογή ἔγινε ἡγούμενος ὁ π. Γαλακτίων. ῾Ο π. Γαλακτίων, κληρικός τῆς ἡσυχίας καί τῆς προσευχῆς, κατάλαβε ὅτι ἡ διοίκηση τῆς Μονῆς ὄχι μόνον τοῦ τά στεροῦσε ἀλλά καί ὅτι φθείρει πνευματικά τόν μοναχό. ῎Ετσι ὑπέβαλε τήν παραίτησή του καί ἐπέστρεψε στή μετάνοιά του ὅπου ἐπιδόθηκε στά προσφιλή του παλαίσματα, τή νοερά προσευχή, τή μελέτη τῆς ῾Αγίας Γραφῆς καί τῶν πατερικῶν κειμένων καθῶς καί τή διακονία τῶν πολυπληθῶν προσκυνητῶν τῆς Σιμωνόπετρας.

Γεώργιος Θ. Μηλίτσης, διδάσκαλος


*Η συνέχεια και το τέλος στην επόμενη ανάρτηση

Γέροντα, παιδάκια πέντε-έξι ετών πρέπει να νηστεύουν πριν από τη θεία Κοινωνία;























Τουλάχιστον το βράδυ να έχουν φάει λαδερό φαγητό. 
Αλλά αυτό είναι και θέμα Πνευματικού. Καλύτερα η μητέρα να ρωτήσει τον Πνευματικό, γιατί μπορεί το παιδάκι να έχει πρόβλημα με την υγεία του και να πρέπει λ.χ. να πιει γάλα.

Γέροντα, ένα παιδάκι πόσο πρέπει να νηστεύει;

Αν το παιδί είναι γερό, έχει υγεία, μπορεί να νηστεύει. Άλλωστε τώρα υπάρχουν ένα σωρό τροφές νηστίσιμες. Παλιά τα παιδιά νήστευαν και όλη μέρα έτρεχαν και έπαιζαν, αλλά έτρωγαν πολλές φορές. Στα Φάρασα, την Μεγάλη Σαρακοστή όλοι, μικροί-μεγάλοι, έκαναν ενάτη. Μάζευαν οι γονείς τα παιδιά στο Κάστρο, τους έδιναν παιχνίδια, για να παίζουν, και στις τρεις το απόγευμα, που χτυπούσε η καμπάνα για Προηγιασμένη, πήγαιναν και κοινωνούσαν.

Έλεγε ο Άγιος Αρσένιος: «Τα παιδιά, όταν παίζουν όλη την ημέρα, δεν θυμούνται το φαγητό. Τώρα που θα βοηθήσει και ο Χριστός, δεν θα αντέξουν;» Και οι μεγάλοι, όταν δεν νηστεύουν, ελέγχονται βλέποντας τα παιδιά να νηστεύουν. Όταν μικρός δούλευα με τον μάστορά μου για πολύ καιρό σε κάποιο σπίτι και τρώγαμε εκεί, Τετάρτη και Παρασκευή έφευγα και πήγαινα να φάω στο σπίτι μου, γιατί αυτοί δεν νήστευαν. Μια φορά, Τετάρτη ήταν. Έφεραν να με κεράσουν μπακλαβά. «Ευχαριστώ, τους είπα, αλλά νηστεύω». «Για δες, είπαν, μικρό παιδί να νηστεύει και εμείς μεγάλοι άνθρωποι να τρώμε!».

Πηγή: ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΙΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, "ΛΟΓΟΙ Δ' – Οικογενειακή ζωή". Εκδ.: Ι. Ησ. Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος. Σουρωτή Θεσ/νίκης (pentapostagma.gr)


Δευτέρα, 11 Σεπτεμβρίου 2017

Τα ζωτικά όργανα των «δωρητών» παίρνονται ενώ αυτοί είναι ακόμα ΖΩΝΤΑΝΟΙ, με αποτέλεσμα να γίνεται βίαιη διακοπή της ζωής τους κατά τη διαδικασία της λήψης των οργάνων τους.


ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΕΙΣ - ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ - ΔΩΡΕΑ ΟΡΓΑΝΩΝ

Ταυτίζεται ο σωματικός θάνατος με τον «εγκεφαλικό θάνατο»; Οχι!

Ο «εγκεφαλικά νεκρός» ασθενής μπορεί να βρίσκεται σε κατάσταση κώματος και άπνοιας, όμως τα περισσότερα όργανά του λειτουργούν με την κατάλληλη ιατρική υποστήριξη· έτσι, όταν του αφαιρούν τα όργανα, είναι ακόμα ζεστός, η καρδιά του ακόμα λειτουργεί και το αίμα του κυκλοφορεί! (Dr. Alan Shewmon, διεθνούς φήμης Καθηγητής Παιδ. Νευρολογίας στο UCLA (Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, Λος Άντζελες).

Θα σου πουν ότι τα όργανα τα παίρνουν όταν ο άνθρωπος είναι νεκρός. Αυτό δεν είναι αλήθεια.

Υπάρχουν καταγραμμένες αρκετές περιπτώσεις «εγκεφαλικά νεκρών» που επανήλθαν από αυτή την κατάσταση.

Τα ζωτικά όργανα των «δωρητών» παίρνονται ενώ αυτοί είναι ακόμα ΖΩΝΤΑΝΟΙ, με αποτέλεσμα να γίνεται βίαιη διακοπή της ζωής τους κατά τη διαδικασία της λήψης των οργάνων τους.

Πολλοί και κορυφαίοι επιστήμονες στην Ελλάδα (Κ. Καρακατσάνης 2001, Ε. Παναγόπουλος 1998, Μ. Βρεττός 1999, Ι. Κουντουράς 1999, Κ. Χριστοδουλίδης 1995, Ν. Μπαλαμούτσος 1999, Ν. Κωνσταντινίδης 1999, Μ. Γκιάλα 1999, A. Αβραμίδης 1995, Π. Κούγιας 1999, Α. Γουλιανός 1999, κ.α.) και στο εξωτερικό (R.D. Truog 1992, D.A. Shewmon 1997, R.M. Taylor 1997, κ.α.), εκφράζουν σοβαρές επιστημονικές ενστάσεις και δεν διστάζουν να προτείνουν ακόμη και την πλήρη εγκατάλειψη της έννοιας του «Εγκεφαλικού Θανάτου».

Ο Καθηγητής Παιδ. Αναισθησιολογίας στο κορυφαίο Πανεπιστήμιο των Η.Π.Α., Harvard, και Διευθυντής της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας στο Πανεπιστημιακό, Παιδιατρικό Νοσοκομείο Βοστώνης Dr. Robert D. Truog δηλώνει:

«O Εγκεφαλικός Θάνατος παραμένει ασυνάρτητος στη θεωρία και συγκεχυμένος στην πράξη. Επιπλέον, ο μόνος σκοπός που εξυπηρετεί αυτή την έννοια (του εγκεφαλικού θανάτου), είναι η διευκόλυνση εξεύρεσης οργάνων προς μεταμόσχευση. 

Γι’ αυτό, άλλωστε, και «εφευρέθηκε» μόλις το 1968 η έννοια του «εγκεφαλικού θανάτου» από κάποιους επιστήμονες του Harvard.»

Το γεγονός του θανάτου είναι μεγάλο μυστήριο, θα μας πουν οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας, και κανείς δεν γνωρίζει ούτε πρόκειται ποτέ να γνωρίσει, πότε (ποια ακριβώς χρονική στιγμή) η ψυχή αποχωρίζεται από το σώμα...

Όσο η καρδιά λειτουργεί, η ψυχή είναι ενωμένη με το σώμα.

Ο Άγιος Γέροντας Παΐσιος, όταν ρωτήθηκε περί μεταμοσχεύσεων, αντιτάχθηκε κατηγορηματικάστη μεταμόσχευση ζωτικών οργάνων (όργανα χωρίς τα οποία ο δότης δεν μπορεί να συνεχίσει να ζει), για δύο λόγους:

Πρώτον: «αποτελεί ανεπίτρεπτη παρέμβαση, αντιστρατευόμενη στο δημιουργικό έργο του Θεού, από την μια, θανατώνοντας τον δότη, και από την άλλη δημιουργώντας μας την έπαρση για την ζωοποίηση του λήπτη».

Και δεύτερον: «Θα γίνει αιτία εφευρέσεως τρόπων να σκοτώνουν τους ασθενείς, για να πάρουν τα όργανά τους».

Ο Άγιος Πορφύριος ήταν αντίθετος με την μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων από «εγκεφαλικώς νεκρούς». Έκανε την εξής σύσταση σε ζεύγος που ήθελε να δωρίσει τα όργανα του παιδιού τους μετά από σοβαρό ατύχημα: 

«Ένας θάνατος υπάρχει. Να δώσετε μόνον τους κερατοειδείς χιτώνες των οφθαλμών...»

Ο ευρισκόμενος στην κατάσταση του λεγόμενου «εγκεφαλικού θανάτου» είναι βαριά πάσχων ασθενής και όχι νεκρός...


Με τη λήψη των ζωτικών οργάνων από «εγκεφαλικώς νεκρό» ασθενή, αυτός οδηγείται δια της βίας στον οριστικό κλινικό θάνατο...

αυτή η ενέργεια, με τα κριτήρια της Ορθόδοξης Θεολογίας, ισοδυναμεί με Φόνο. 

Θα πουν ότι η δωρεά οργάνων είναι αυτοθυσία και πράξη ευγενική, πράξη ανθρωπιάς και αλτρουϊσμού. Αυτό δεν είναι αλήθεια...

Αυτός που ορίζει πότε θα πεθάνουμε είναι ο Δημιουργός μας και όχι εμείς.

Στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη, αλλά και στην Υμνογραφία της Εκκλησίας μας, με έμφαση τονίζεται οτι κύριος της ζωής και του θανάτου είναι μόνον ο Δημιουργός.

Ακόμη και όταν υπάρχει συναίνεση, η «ΔΩΡΕΑ» ΖΩΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΘΥΣΙΑ,διότι αφαιρεί από τον δότη την δυνατότητα της μετάνοιας να πει δηλαδή, έστω και τελευταία στιγμή, «Συγχώρα με, Θεέ μου» και να σώσει ο Θεός ενδεχομένως την ψυχή του.

ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΕΙΣ - ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ - ΔΩΡΕΑ ΟΡΓΑΝΩΝ
Δημοσίευμα Εφημερίδας: «ΑΓΩΝΑΣ» (Α.Φ. 193)

Αντιγραφή: Αναβάσεις