Ὁ ἅγιος Πατήρ ἡμῶν Ἰωάννης Καλαΐδης



Ὁ ναός ἔχει ἀφιερωθῆ στόν Θεό καί εἶναι κατοικία του. Ὁ Θεός βρίσκεται στόν ναό ὁ ἴδιος. Ἐπίσης, καί ὁ Ἅγιος, στόν ὁποῖο ἔχει ἀφιερωθεῖ ὁ ναός, μένει στόν ναό σάν σέ δικό του σπίτι.
Καί μέ τήν ψυχή του εἶναι παρών ἀοράτως, πολλές φορές ὅμως καί μέ τά λείψανά του βρίσκεται σωματικά ἐκεῖ καί ἐνεργεῖ μέ θεία δύναμη καί Χάρη.
Ἐπειδή οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε σύνθετοι, διπλοί, ἀπό ψυχή καί σῶμα, παίρνουμε τά θεῖα δῶρα μέ διπλό τρόπο, ἀόρατα καί ὁρατά.
Γι᾽ αὐτό καί στά ὑλικά καί αἰσθητά αὐτά πράγματα κατεβαίνει ἡ Χάρη καί μένει καί ἐνεργεῖ γιά μᾶς μέ τήν εὐδοκία τοῦ Πατρός καί τό ἔλεος αὐτοῦ πού σαρκώθηκε γιά μᾶς καί μᾶς ἀνέπλασε διπλά, καί μέ τήν ἔλευση καί παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού εἶναι συνεργός αὐτοῦ καί ἀχώριστο. Καί αὐτό τό βλέπουμε ὁλοφάνερα.
Μέσα στούς ναούς ἐνεργοῦν θεῖες δυνάμεις καί ἐμφανίσεις ἀγγέλων καί ἁγίων· ἐπιτελοῦνται θαύματα· ἐκπληρώνονται τά αἰτήματα· γίνονται ἰάσεις ἀσθενῶν.
Ἀκόμη καί τά ἄψυχα ἀντικείμενα τῶν ναῶν, τά νερά καί οἱ πέτρες καί οἱ κίονες καί τά πέπλα καί τά σίδερα ἁγιάζουν, ὄχι βέβαια ἀφ᾽ ἑαυτῶν, ἀφοῦ εἶναι ἄψυχα καί κτίσματα τοῦ Θεοῦ καί ἀπό μόνα τους δέν ἔχουν τίποτε.
Ἐνεργοῦν ὅμως μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ καί μέ τήν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἁγίου τοῦ ναοῦ, γιά νά ἁγιασθοῦμε ἐμεῖς. Ὅπου λοιπόν ὑπάρχει ὀνομασία καί ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ πού ἐδημιούργησε τά πάντα, τῆς Ἁγίας Τριάδος, πού εἶναι ὁ μόνος ἀληθινός Θεός, ἐκεῖ εἶναι ὅλα ἅγια, καί ὅλα ἁγιάζουν καί θεραπεύουν καί σώζουν μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ.
(Ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης, Περί τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ καί τῆς τούτου καθιερώσεως, PG 155, 336)

"Έτυχε κάποιος στις ημέρες μας εδώ στα Κατουνάκια, που εγώ δεν τον πρόφθασα, γιατί πριν από λίγο καιρό είχε πεθάνει. Αυτός ήταν υποτακτικός σε ένα Γέροντα τυφλό. Λοιπόν μία ημέρα ήλθε ένας πτωχός κοσμικός, περαστικός από το Κελλί του. Και τον ρωτά ο νέος μοναχός:- Από πού είσαι;
Και αυτός ήταν χωριανός του.
Λοιπόν δεν του έδωκε γνωριμία, μόνον του είπε τί κάμνει ο τάδε – για τον πατέρα του. Του λέει ο ξένος, ότι αυτός πέθανε και άφησε τη γυναίκα του και τρία κορίτσια στους δρόμους ορφανά και πτωχά. Είχαν και έναν γιό, λέει, που έφυγε από χρόνια και δεν γνωρίζουν τι έγινε.
Λοιπόν σαν να τον κτύπησε κεραυνός τον μοναχό. Και αμέσως τον προσέβαλε η πάλη των λογισμών.
- Θα φύγω, λέει στο Γέροντά του. Θα φύγω να πάω να τους προστατεύσω!
Ζητά ευλογία. Δεν του δίνει ο Γέροντας. Αυτός συνεχώς επιμένει. Και συμβουλεύοντάς τον ο Γέροντας κλαίει για τον εαυτό του, κλαίει και για εκείνον. Αλλά στάθηκε αδύνατον να τον μεταπείσει. Τέλος τον άφησε στο θέλημά του, και έφυγε ο υποτακτικός,
Αφού βγήκε έξω από το Όρος κάθισε να συνέλθει κάτω από τη σκιά ενός δένδρου.
Εν τω μεταξύ έφθασε εκεί ιδρωμένος και ένας άλλος μοναχός, κάθισε και αυτός κάτω από την ιδία σκιά. Και άρχισε να του λέει:
- Σε βλέπω, αδελφέ, ταραγμένο. Δεν μου λες τί έχεις;
- Άφησε, Πάτερ, του λέει· έπαθα μεγάλο δυστύχημα. Και του διηγείται με λεπτομέρεια όλη την ιστορία του, Ο δε αγαθός οδοιπόρος του λέει:
- Αν θέλεις, αγαπητέ αδελφέ, άκουσέ με· γύρισε πίσω στο Γέροντά σου και ο Θεός θα προστατεύσει το σπίτι σου. Συ να υπηρετείς το Γέροντά σου, αφού μάλιστα είναι και τυφλός.
Αλλ’ αυτός δεν τον άκουγε. Κυριευμένος από τους λογισμούς του φαίνονταν σαν παραλήρημα τα λόγια του άλλου. Και, αφού του έφερε πολλά παραδείγματα, σηκώθηκε ο ανυπάκουος μοναχός να συνεχίσει το δρόμο του προς τον κόσμο. Ο μοναχός εν τέλει του λέει:
- Λοιπόν δεν με ακούς να γυρίσεις πίσω;
- Όχι! αντιλέγει εκείνος.
- Ε, τότε, λέει ο μοναχός. Εγώ είμαι Άγγελος Κυρίου και εμένα πρόσταξε ο Θεός, αμέσως όταν πέθανε ο πατέρας σου να πάω κοντά τους να τους φυλάω και να γίνω προστάτης τους. Αφού λοιπόν τώρα εσύ πηγαίνεις αντί για μένα, εγώ τους αφήνω και φεύγω, εφ’ όσον δεν με ακούς. Και έγινε άφαντος.
Τότε λοιπόν συνήλθε ο μοναχός και γύρισε αμέσως στο Γέροντα και τον βρήκε γονατιστό, να προσεύχεται γι’ αυτόν.
Κατάλαβες, τέκνο μου; Έτσι γίνεται, όταν εμείς τα αφήνουμε όλα στο Θεό. Αφού πολύ καλά τα οικονομεί Εκείνος ως αγαθός κυβερνήτης και κανένα σφάλμα δεν υπάρχει στο θέλημά του. Αλλά χρειάζεται να έχει υπομονή εκείνος που ζητά να σωθεί. Αν δε, ζητούμε εμείς να τα κάνει ο Θεός, όπως αρέσουν στη δική μας διάκριση, τότε αλλοίμονο στο χάλι μας.
Πηγή: Γέροντος Ιωσήφ, «Έκφρασις Μοναχικής Εμπειρίας», εκδ. Ι.Μ. Φιλοθέου, Άγ. Όρος, σ. 109-111- απόσπασμα σε νεοελληνική απόδοση.
***
Είδα έναν άγιο ζωντανό. Ναι, έναν άγνωστο άγιο. Ο καημένος, περιφρονημένος… Δεν τον έβλεπε κανείς. Το εκχείλισμα και το περίσσευμα της χάριτος ήλθε σ’ εμένανε τον ταπεινό, όταν είδα αυτόν, τον Γερο-Δημά, στο Κυριακό να κάνει τις μετάνοιές του και ν’ αναλύεται σε λυγμούς στην προσευχή του. Με τις μετάνοιες αυτουνού, τόσο πολύ τον επεσκίασε η χάρις, ώστε ακτινοβόλησε και σ’ εμένα. Τότε ξέσπασε και σ’ εμένα ο πλούτος της χάριτος..
Ο Γερο-Δημάς μου μετέδωσε το χάρισμα της ευχής και το διορατικό, την ώρα που ο ίδιος προσευχόταν στο νάρθηκα της Αγίας Τριάδος, του Καθολικού των Καυσοκαλυβίων. Αυτό που έπαθα, ποτέ δεν το είχα σκεφθεί, ούτε ποτέ επιθυμήσει, ούτε το περίμενα. …… Οι Πατέρες δεν έκαναν εκβιασμούς, δεν ζητούσαν σημεία, δεν ζητούσαν χαρίσματα. Εγώ δεν είπα ποτέ μου να έπαιρνα κάποιο χάρισμα απ’ τον Θεό. Ποτέ δεν το σκέφθηκα. Κι αυτό που ποτέ δεν σκέφθηκα παρουσιάσθηκε ξαφνικά κι εγώ ποτέ δεν του έδωσα σημασία.
Κατά το απογευματάκι της ίδιας ημέρας εβγήκα από την εκκλησία. Κάθισα στο πεζούλι και κοίταζα κατά τη θάλασσα. Πλησίαζε η ώρα που συνήθως ερχόντουσαν οι Γεροντές μου. Εκεί που κοίταζα μήπως έλθουν, τους είδα να προβάλλουν. Τους είδα να κατεβαίνουν κάτι μαρμάρινα σκαλιά. Αυτός όμως ο τόπος ήταν μακρινός, δεν έπρεπε κανονικά να τον βλέπω. Τους είδα με την χάρι του Θεού. Ενθουσιάσθηκα. Ήταν η πρώτη φορά που μου συνέβηκε αυτό. Πετάγομαι έξω, τρέχω και τους φθάνω. Παίρνω τα δισάκια.
– Πώς το ήξερες ότι ερχόμαστε; Λέει ο Γέροντας.
– Γέροντα, δεν ξέρω πώς να σου το εξηγήσω. Ενώ ήσασταν πίσω απ’ το βουνό, εγώ σας είδα φορτωμένους κι έτρεξα. Το βουνό ήταν σαν τζάμι κι έβλεπα πίσω.
Το χάρισμα της διοράσεως ποτέ δεν το είχα επιθυμήσει. Ούτε όταν το έλαβα, προσπάθησα να προχωρήσω, δηλαδή να το καλλιεργήσω. Δεν του έδωσα σημασία. Ούτε ζήτησα ποτέ, ούτε ζητώ απ’ τον Θεό να μου αποκαλύψει κάτι, γιατί νομίζω ότι αυτό είναι αντίθετο με το θέλημά Του. Αλλά μετά το γεγονός με τον Γέρο-Δημά άλλαξα εντελώς. Η ζωή μου όλο χαρά και αγαλλίαση. Ζούσα μες στ’ άστρα, μες στο άπειρο, στον ουρανό. Πρώτα δεν ήμουν έτσι.
Από τότε που αισθάνθηκα την χάρι του Θεού, όλα τα χαρίσματα πολλαπλασιάσθηκαν. Έγινα έξυπνος. Έμαθα τριαδικούς κανόνες, τον Κανόνα του Ιησού, άλλους κανόνες. Μόνο που τους διαβάζανε και τους ψάλλανε στην εκκλησία, τους μάθαινα απ’ έξω. Το Ψαλτήρι το έλεγα απ’ έξω. … Όντως άλλαξα. «Έβλεπα» πολλά πράγματα, αλλά δεν μιλούσα· δηλαδή δεν είχα το δικαίωμα να το πω, δεν είχα «πληροφορία». Όλα τα έβλεπα, όλα τα πρόσεχα, όλα τα ήξερα. Απ’ τη χαρά μου δεν πατούσα στη γη. Τότε άνοιξε η μύτη μου και μύριζα τα πάντα, άνοιξαν τα μάτια μου, άνοιξαν τ’ αυτιά μου. Από μακριά τα καταλάβαινα. Τα ζώα, τα πουλιά, τα ξεχώριζα όλα. Ήξερα απ’ το κελάηδημα αν είναι κότσυφας, αν είναι σπουργίτι, αν είναι σπίνος, αν είναι αηδόνι, αν είναι κομπογιάννηδες, αν είναι τσίχλες. Όλα τα πουλάκια τα καταλάβαινα απ’ τη φωνή τους. Τη νύκτα, ξημερώνοντας, χαιρόμουνα τη συναυλία που έκαναν τ’ αηδόνια, τα κοτσύφια, όλα, όλα …
Έγινα άλλος, καινούργιος, διαφορετικός. Ό,τι έβλεπα, το έκανα προσευχή. Το γύριζα στον εαυτό μου. Γιατί το πουλί ψάλλει και δοξολογεί τον Πλάστη; Ήθελα να το κάνω κι εγώ. Το ίδιο και με τα λουλούδια. Τα λουλούδια τα καταλάβαινα απ’ τις μυρωδιές και το άρωμά τους το άκουγα από μισή ώρα μακριά. Παρατηρούσα τα χόρτα, τα δέντρα, τα νερά, τα βράχια. Ά! Με τα βράχια μιλούσα. Πόσα είχαν δει αυτά! Τα ρωτούσα και μου λέγανε όλα τα μυστικά των Καυσοκαλυβίων. Κι εγώ συγκινιόμουν και κατανυγόμουν. Τα έβλεπα όλα με την χάρι του Θεού. Έβλεπα, αλλά δεν μιλούσα. Συχνά πήγαινα στο δάσος. Πολύ μ’ ενθουσίαζε να περπατώ ανάμεσα απ’ τις πέτρες και τα σχοίνα, τα μικρά και τα μεγάλα δένδρα.
Δεν μπορώ να σας μεταφέρω αυτά που ένιωσα. Αυτά που αισθάνθηκα. Σας φανέρωσα, όμως, το μυστήριο…
Τα χαρίσματα τα πνευματικά τα χάνει ο άνθρωπος, όταν δεν προσέξει. Χρειάζεται προσοχή σ’ αυτά τα πνευματικά πράγματα. Να μη λέτε σ’ άλλους τις μυστικές πνευματικές εμπειρίες που έχετε. Δεν κάνει. Χάνομε έτσι τη θεία χάρι. Είδατε η Παναγία; Τηρούσε σιγήν. Στον Ιωσήφ δεν είπε το μυστικό του Ευαγγελισμού. … Ο Θεός κρύβεται πολύ· τόσο που νομίζομε ότι δεν υπάρχει. Παρουσιάζεται σ’ αυτούς που έχουν αξιωθεί του δώρου της ταπεινώσεως.
Αναζητούσα έναν καινούργιο τόπο περισυλλογής, σαν το κατατρεγμένο πουλάκι που ποθούσε να πάει στους κόλπους του Θεού με τη νοερά προσευχή… Αλλά τι συνέβη; Για δυό ημέρες έκανε μεγάλη θύελλα και θαλασσοταραχή.
ΙΕΡΑ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ ΚΑΙ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ
ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ - ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
Σας γνωρίζουμε ότι, με τη χάρη του Θεού, στον ΙΕΡΟ ΝΑΟ ΑΓΙΟΥ ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΑΙΓΙΟΥ συνεχίζονται οι
ΟΜΙΛΙΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΑΣ
κάθε Τρίτη και
ώρα 6:00 έως 7:00 μ.μ.
με θέματα από την Αγία
Γραφή και τη διδασκαλία των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας, που αφορούν στη
ζωή και τον αγώνα του πιστού, την αγωγή των παιδιών, την οικογένεια
και την πατρίδα μας.
|
ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΥΝΑΞΗ: ΤΡΙΤΗ 11η Αυγούστου 2020 ΘΕΜΑ: «ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΑ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ-ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΕΡΗΜΙΤΗ ΑΣΚΗΤΗ - Κεφ. 8 "H "ευχή" απαραίτητη για τους Κληρικούς και τους λαϊκούς που ζουν στον κόσμο". από το
ομώνυμο βιβλίο του Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ιερόθεου Βλάχου. ~~~~~~~~~ Ομιλήτρια: Ευαγγελία Αρβανίτη-Μιχαλοπούλου, φιλόλογος, συγγραφέας |
Η παρουσία όλων σας
αποτελεί στήριγμα στην ταπεινή διακονία
της Ενορίας μας προς δόξα του Τριαδικού Θεού και παραμυθία ψυχών, ιδιαίτερα στις
κρίσιμες αυτές στιγμές, που διέρχεται η Ορθόδοξη Εκκλησία μας.
Υπεύθυνος Σύναξης
Πρωτοπρεσβύτερος
π. Νικόλαος Παπαδόγιαννης