Πέμπτη 18 Ιουνίου 2020
Κυριακή 14 Ιουνίου 2020
«Καθώς θα λες “Άγιοι Πάντες πρεσβεύσατε υπέρ εμού”, όλοι οι Άγιοι στον Παράδεισο θα λένε “Κύριε ελεησόν”
Άγιος Νεκτάριος της Όπτινα
Γράφει η μοναχή Νεκταρία (Κοντσέβιτς): Ο Γέροντας μου είχε βάλει να κάνω κανόνα στο κελί μου να λέω 30 φορές “Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με την αμαρτωλή”, 10 φορές το “Ύπεραγία Θεοτόκε, σώσον με”, 10 φορές το “Άγιε άγγελε φύλακα μου, πρέσβευε στον Θεό για μένα” και 10 φορές το “Άγιοι Πάντες πρεσβεύσατε υπέρ εμού”. Και πρόσθεσε: «Καθώς θα λες “Άγιοι Πάντες πρεσβεύσατε υπέρ εμού”, όλοι οι Άγιοι στον Παράδεισο θα λένε “Κύριε ελεησόν” και θα είναι αυτό ένα κέρδος για σένα». Τώρα κάθε φορά πού λέω “Άγιοι Πάντες πρεσβεύσατε υπέρ εμού”, αναλογίζομαι πώς όλοι μαζί οι Άγιοι στον Παράδεισο γονατίζουν μπροστά στον θρόνο του Θεού και λένε “Κύριε ελεησόν”.
https://iconandlight.wordpress.com/
https://iconandlight.wordpress.com/
Παρασκευή 12 Ιουνίου 2020
Σκεπάστηκε από ουράνιο φως, πού τον θέρμαινε και τον λάμπρυνε ολόκληρο
Σκεπάστηκε από ουράνιο φως, πού τον θέρμαινε και τον λάμπρυνε ολόκληρο
Ένας επίσκοπος, περιοδεύοντας στην επαρχία του, έφθασε ένα Σάββατο βράδυ σ’ ένα χωριό. Πρώτη φορά περνούσε από εκεί. Τον φιλοξένησε ο πρόεδρος του χωρίου και σε λίγο ο επίσκοπος ζήτησε να δη τον ιερέα.
– Είναι στο χωράφι, του είπαν, δεν ήρθε ακόμα.
Ύστερα από αρκετή ώρα παρουσιάστηκε μπροστά του ο Ιερεύς, ντυμένος βέβαια με τα ρούχα της δουλειάς και καταλαβαίνετε σε ποια κατάστασι ήταν. Δεν έμεινε ευχαριστημένος ο δεσπότης, τον ήθελε πιο ευπρεπισμένο.
Την άλλη μέρα ήταν Κυριακή. Ετοιμάσθηκε ο ιερεύς για τη Θεία Λειτουργία. Ο επίσκοπος, ο οποίος θα παρευρίσκετο στη Θεία Λειτουργία, θα την παρακολουθούσε στην αρχή από τον επισκοπικό θρόνο και εν συνεχεία από το Ιερό Βήμα. Θα εύρισκε ασφαλώς πολλά λάθη σ’ εκείνον τον αγροίκο παπα!
Παράδοξο όμως! “Όταν ο παππούλης “έβαλε” “Ευλογημένη ή Βασιλεία…”, σκεπάστηκε από ουράνιο φως, πού τον θέρμαινε και τον λάμπρυνε ολόκληρο, χωρίς να τον καίει... κι αυτό συνεχίσθηκε μέχρι το “Δι ευχών”! Αφού μοίρασε Αντίδωρο ο ιερεύς στους εκκλησιαζόμενους χριστιανούς του χωριού και τελείωσε, πέρασε μέσα στο Ιερό Βήμα.
Ο δεσπότης πήγε κοντά του, έπεσε στα γόνατα και ζήτησε συγχώρηση για την κατάκριση, πού έκανε μέσα του γι’ αυτόν, και τον παρεκάλεσε να τον ευλόγηση.
Ο απλοϊκός εκείνος ιερεύς σάστισε.
Πως είναι δυνατόν, λέει, ο ανώτερος να ευλογηθεί από τον κατώτερο του; Συ ευλόγησε με, άγιε δέσποτα!
Αδύνατον να ευλογήσω εκείνον, πού στέκεται μέσα στη θεϊκή άκτιστη φλόγα, όταν ιερουργεί στο πανάγιο Θυσιαστήριο! “Το έλαττον υπό του κρείττονος ευλογείται”, απάντησε ο δεσπότης, κι ο ιερεύς ρώτησε:
Υπάρχει, τάχα, Σεβασμιότατε, δεσπότης ή παπάς, πού να τελή τη Θεία Λειτουργία και να μην κυκλώνεται από ουράνιο φως;
Αυτή ήταν η απορία του ιερέως, του απλοϊκού εκείνου παππούλη.
Τι να απάντηση ο επίσκοπος σ’ εκείνον τον ιερέα, πού έβλεπε το υπερφυσικό σαν το πλέον φυσικό πράγμα μέσα στη Θεία Λατρεία; Γι αυτό θαύμασε και την καθαρότητα, και την ταπείνωση και την αγιότητα εκείνου του Ιερέως από το χωριό και έφυγε ωφελημένος και διδαγμένος.
«Δικαίω νόμος ού κείται» (δηλ. ο νόμος δεν είναι για τον δίκαιο)
ΔΕΚΑ μίλια από την πόλη Αιγαιές της Κιλικίας, στο χωριό Μάρδαρδος, κατοικούσε ένας γέροντας λευίτης, φημισμένος για την αρετή του
Κάποτε όμως οι χωρικοί πήγαν και παραπονέθεικαν στον επίσκοπο Αιγαιών λέγοντας:
Πάρε αυτόν τον ιερέα από το χωριό μας, γιατί μας στενοχωρεί. Κάθε Κυριακή τελεί τη θεία λειτουργία στις 3 το απόγευμα και δεν τηρεί την καθιερωμένη τάξη.
Καλεί αμέσως ο επίσκοπος τον εφημέριο και του λέει ιδιαιτέρως:
Γιατί, γέροντα, κάνεις τέτοιο πράγμα; Δεν γνωρίζεις την τάξη της Εκκλησίας μας;
Τη γνωρίζω, δέσποτα, κι έχεις δίκιο. Αλλά νά τι συμβαίνει: Μετά τη νυχτερινή ακολουθία της Κυριακής, κάθομαι κοντά στο άγιο θυσιαστήριο περιμένοντας την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος. Κι όταν δω τον Παράκλητο να το επισκιάζει, τότε αρχίζω τη λειτουργία.
Ο επίσκοπος θαύμασε την αρετή του γέροντα και πληροφόρησε σχετικά τους χωρικούς, πού έφυγαν ειρηνικά δοξάζοντας το Θεό.
***
Το Άγιον Πνεύμα σαν Φως και Φωτιά στην θεία Λειτουργία
Ο άγιος Νήφων, επίσκοπος Κωνσταντιανής (4ος αι.) αξιώθηκε να δει πολλά θεϊκά οράματα με τα φωτισμένα από το Άγιο Πνεύμα μάτια της ψυχής του.
Κάποτε, σε μια θεία λειτουργία, μόλις ο λειτουργός εκφώνησε: «Ευλογημένη η βασιλεία… », ο άγιος είδε φωτιά να κατεβαίνει από τον ουρανό και να καλύπτει το άγιο θυσιαστήριο και τον ιερέα, χωρίς εκείνος να καταλάβει τίποτα.
Αργότερα, όταν άρχισε να ψάλλετε ο τρισάγιος ύμνος από το λαό, τέσσερις άγγελοι κατέβηκαν κι έψαλλαν μαζί τους.
Στον Απόστολο, φανερώθηκε ο μακάριος Παύλος να καθοδηγεί τον αναγνώστη.
Στο «Αλληλούια», μετά τον Απόστολο, οι φωνές του λαού ανέβαιναν ενωμένες στον ουρανό σαν ένα πύρινο σφιχτοπλεγμένο σχοινί.
Και στο Ευαγγέλιο, κάθε λέξη έβγαινε σαν φλόγα από το στόμα του ιερέα και υψωνόταν στα επουράνια.
Λίγο πριν από την είσοδο των τιμίων Δώρων, βλέπει ξαφνικά ο όσιος ν’ ανοίγει ο ουρανός και να ξεχύνεται μια άρρητη και υπερκόσμια ευωδία. «Άγγελοι κατέβαιναν από ψηλά, ψάλλοντας ύμνους και δοξολογίες στον Αμνό, το Χριστό και Υιό του Θεού και να!
Παρουσιάστηκε τότε ένα κατακάθαρο και τρισχαριτωμένο Βρέφος! Το κρατούσαν στα χέρια τους άγγελοι, πού το έφεραν και το απέθεσαν στο άγιο δισκάριο, όπου βρίσκονταν τα τίμια Δώρα. Γύρω Του μαζεύτηκαν πλήθος ολόλαμπροι και λευκοφόροι νέοι, πού ατένιζαν με θαυμασμό και δέος τη θεϊκή Του ομορφιά.
‘Ήρθε η στιγμή της μεγάλης εισόδου.
Ο λειτουργός πλησίασε για να πάρει στα χέρια του το άγιο δισκάριο και το άγιο ποτήριο, τα ύψωσε και τα έβαλε πάνω στο κεφάλι του, σηκώνοντας μαζί τους και το Βρέφος. ‘Όταν βγήκαν τα ‘Άγια, κι ενώ ο λαός έψαλλε κατανυκτικά, είδε ο όσιος αγγέλους να φτερουγίζουν κυκλικά πάνω απ’ το λειτουργό.
Δύο Χερουβείμ και Δύο Σεραφείμ προχωρούσαν μπροστά του και πλήθος άλλων αγγέλων τον συνόδευαν, ψάλλοντας με αγαλλίαση άρρητους ύμνους.
Όταν ο ιερέας έφτασε στην αγία Τράπεζα κι ακούμπησε τα τίμια Δώρα, οι άγγελοι τη σκέπασαν με τις φτερούγες τους, τα δύο Χερουβείμ στάθηκαν στα δεξιά του λειτουργού και τα δύο Σεραφείμ στ’ αριστερά του, χωρίς όμως εκείνος να τα βλέπει.
Η θεία μυσταγωγία συνεχίστηκε.
Είπαν το «Πιστεύω» κι έφτασαν στον καθαγιασμό των τιμίων Δώρων.
Ο λειτουργός τα ευλόγησε και είπε το «…μεταβαλών τω Πνευματι σου τω Αγίω. Αμήν’ Αμήν’ Αμήν». Τότε βλέπει πάλι ο δίκαιος έναν άγγελο να παίρνει μαχαίρι και να σφάζει το Βρέφος. Το αίμα Του το έχυσε στο άγιο Ποτήριο, ενώ το σώμα Του το τεμάχισε και το τοποθέτησε στο Δισκάριο.
Ύστερα αποτραβήχτηκε πάλι στη θέση του και στάθηκε σεμνά κι ευλαβικά.
Όταν ο λειτουργός ύψωσε τον άγιο Άρτο εκφωνώντας «τα Άγια τοις Αγίοις», ενώ ο λαός έψαλλε «ΕΙς άγιος, εις Κύριος…», κάποιος από το εκκλησίασμα στράφηκε στον άγιο και τον ρώτησε σιγανά: Γιατί, πάτερ, ο ιερέας λέει «τα Άγια τοις Αγίοις»;
Για μας όλους το λέει, παιδί μου, και σημαίνει: στα άγια μέλη του Χριστού να προσέλθει όποιος είναι άγιος!
Και τι είναι αγιοσύνη, πάτερ; ξαναρώτησε ο άλλος, πού ήταν απλοϊκός.
Να… «Αν είσαι ακόλαστος, μην τολμήσεις να γίνεις μέτοχος σε τόσο μεγάλο μυστήριο. Αν έχεις έχθρα με κάποιον, μην πλησιάσεις. Αν περιγελάς ή βρίζεις ή κατακρίνεις το συνάνθρωπό σου, στάσου μακριά από τη θεία Κοινωνία. Πρώτα εξέτασε τον εαυτό σου, κι αν είσαι ενάρετος πλησίασε. Αν όμως δεν είσαι, φύγε….»
Στο μεταξύ ο λειτουργός εκφώνησε: «Μετα φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε».
Ο άγιος παρατηρούσε τώρα όσους κοινωνούσαν. «Άλλων τα πρόσωπα μαύριζαν, μόλις έπαιρναν τα θεία Μυστήρια, ενώ άλλων έλαμπαν σαν τον ήλιο. Οι άγγελοι στέκονταν εκεί κοντά και παρακολουθούσαν με σεβασμό τη μετάληψη. ‘Όταν κοινωνούσε κάποιος ευσεβής, του έβαζαν στο κεφάλι ένα στεφάνι. Όταν, αντίθετα, πλησίαζε κάποιος αμαρτωλός, γύριζαν αλλού το πρόσωπό τους με φανερή αποστροφή. Τότε τα άχραντα Μυστήρια σαν να εξαφανίζονταν από την αγία λαβίδα, έτσι πού ο αμαρτωλός φαινόταν να μην παίρνει μέσα του το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Κι έφευγε κατάμαυρος σαν αράπης, με την αποδοκιμασία του Κυρίου διάχυτη στην όψη του.
‘Όταν τελείωσε η λειτουργία και ο ιερέας έκανε την κατάλυση, παρουσιάστηκε και πάλι το Βρέφος σώο πάνω στα χέρια των αγίων Αγγέλων!
Ξαφνικά η στέγη του ναού σαν να σχίστηκε στα δύο. Από κει οι άγγελοι ανέβασαν το Παιδί στους ουρανούς με ύμνους και δοξολογίες, όπως το είχαν κατεβάσει, ενώ μία υπέροχη ευωδία ξεχύθηκε και πάλι ολόγυρα.
https://iconandlight.wordpress.com/
https://iconandlight.wordpress.com/
Πέμπτη 11 Ιουνίου 2020
Όσιος Ονούφριος: "Ζήτησα αυτή τη χάρη από τον Θεό: όποιος κάνει τὸ μνημόσυνό μου καὶ μὲ γιορτάσει ἢ γράψει ἢ διηγηθεῖ τὴν ζωή μου, νὰ μὴν τοῦ ἔλθει πειρασμὸς ἀπὸ τὸν διάβολο".
"Και όστις ευρεθεί εις κίνδυνον θαλάσσης ή θυμόν δικαστού ή εις άλλην τινα στενοχωρίαν και σε επικαλεσθή λέγων: "Παντοδύναμε Κύριε δια πρεσβειών του δούλου σου Ονουφρίου ελέησόν με", παρακαλώ την βασιλείαν σου, καθώς μου έταξες, επάκουσον της δεήσεως αυτού".
"Ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος, πριν το τέλος του διηγήθηκε στὸν Ὅσιο Παφνούτιο τὴν ζωή του καὶ τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνές του. Σὲ κάποια στιγμή, σταμάτησε νὰ μιλάει καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο τοῦ λέει:
-Ἄς σταματήσουμε τὰ λόγια παιδί μου, καὶ ἂς πάμε στὴν κατοικία μου.
Προετοιμάζεται γιὰ τὸ αἰώνιο ταξίδι.
Μὲ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση περπάτησαν τρία μίλια μέχρις ὅπου ἔφθασαν στὴν καλύβα τοῦ Ὁσίου Ὀνουφρίου. Μπῆκαν μέσα καὶ ἀμέσως προσευχήθηκαν στὸν Κύριο τὸν ὁποῖο εὐχαρίστησαν ποὺ τοὺς ἀξίωσε νὰ συναντηθοῦν καὶ νὰ συνομιλήσουν γιὰ τὸν Θεό. Τὸ ὅτι ἡ ὥρα πέρασε χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουν φαινόταν ἀπὸ τὸ ἡλιοβασίλεμα. Ξαφνικὰ στὴ μέση τοῦ κελλιοῦ βλέπουν ἕνα ψωμὶ μεγάλο καὶ ὡραιότατο. Τότε ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος λέει:
-Σήκω παιδί μου, φάε καὶ πιὲς ὅ,τι μᾶς ἔστειλε ὁ Κύριος γιατὶ εἶσαι πολὺ ταλαιπωρημένος ἀπὸ τὴν πεζοπορία καὶ ἂν δὲν φᾶς κινδυνεύεις νὰ ἀῤῥωστήσεις.
Ὁ φιλοξενούμενος ἀπάντησε:
-Ζεῖ Κύριος ὁ Σωτήρας μας μπροστὰ στὸν Ὁποῖο βρισκόμαστε. Δὲν θὰ φάω ὅμως, ἂν δὲν φᾶμε μαζὶ μὲ ἀδελφικὴ ἀγάπη.
Τελικά, ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος πείσθηκε νὰ φάει καὶ αὐτός. Ἀφοῦ σηκώθηκαν καὶ ἔκαναν τὴν προσευχή τους ξανακάθησαν νὰ φᾶνε μὲ ὅ,τι τοὺς ἔστειλε ὁ Θεός. Ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος ἔκοψε μὲ τὰ χέρια του τὸ ψωμὶ σὲ κομμάτια καὶ ἀφοῦ ἔφαγαν δόξασαν τὸν Θεό. Στὴν συνέχεια ὁ καθένας ἀσχολήθηκε μὲ ἀτομικὴ προσευχή.
Ὅταν τὸ φῶς τῆς μέρας ἐπέτρεπε νὰ δεῖς καλὰ τὸ πρόσωπο τοῦ ἄλλου, ὁ Ὅσιος Παφνούτιος βλέπει ὅτι ἡ ὄψη τοῦ προσώπου τοῦ Ὁσίου Ὀνουφρίου ἦταν χλωμή, καὶ ἀλλοιωμένη. Φοβισμένος τὸν ρώτησε γιατὶ συμβαίνει αὐτό. Αὐτὸς ἀπάντησε:
-Μὴ φοβηθεῖς ἀδελφέ, γιατὶ ὁ ἀγαθότατος καὶ σπλαγχνικὸς Κύριος σὲ ἔστειλε γιὰ νὰ θάψεις τὸ σῶμά μου. Νὰ ποὺ σήμερα τελειώνει ἡ παροικία μου καὶ φεύγει ἡ ψυχή μου γιὰ τὴν ἀνείπωτη εὐφροσύνη τῆς οὐρανίου μακαριότητος καὶ νὰ θυμᾶσαι ὅταν πᾶς στὴν Αἴγυπτο νὰ κηρύξεις στοὺς μοναχοὺς καὶ σὲ ὅλους τοὺς χριστιανούς, ὅτι ζήτησα αὐτὴ τὴν χάρη ἀπὸ τὸν Θεό: ὅποιος κάνει τὸ μνημόσυνό μου, καὶ μὲ γιορτάσει ἢ γράψει ἢ διηγηθεῖ τὴν ζωή μου, νὰ μὴν τοῦ ἔλθει πειρασμὸς ἀπὸ τὸν διάβολο.
-Ἅγιε Πάτερ, δῶσέ μου τὴν εὐλογία νὰ μείνω ἐδῶ τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς μου.
-Δὲν σὲ ἔστειλε ὁ Θεὸς νὰ μείνεις ἐδῶ, ἀλλὰ μόνο νὰ θάψεις τὸ σῶμά μου καὶ νὰ εὐφρανθεῖς μὲ τοὺς Ὁσίους δούλους Του ποὺ μένουν σὲ αὐτὴ τὴν ἔρημο, καὶ νὰ κηρύξεις στοὺς φιλόχριστους τὸν τρόπο ζωῆς τους γιὰ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ νὰ τοὺς μιμηθοῦν ὅσο μποροῦν.
Ἔπεσε στὰ πόδια του ὁ Παφνούτιος καὶ τοῦ εἶπε:
-Ἅγιε Πάτερ, γνωρίζω ὅτι ὅσα ζητήσεις ἀπὸ τὸν Θεὸ θὰ σοῦ τὰ δώσει, ἐξαιτίας τῶν ἀγώνων σου. Σὲ παρακαλὼ πολύ, νὰ μὲ εὐλογήσεις νὰ γίνω ὅμοιός σου στὴν ἀρετή, νὰ πάρω ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν ἴδια δόξα καὶ ὅμοιο στεφάνι στὴν αἰώνια ζωή.
-Ὁ Κύριος νὰ μὴν σὲ λυπήσει γιὰ αὐτὸ ποὺ ζήτησες, ἀλλὰ νὰ σὲ εὐλογήσει καὶ νὰ σὲ στηρίξει στὴν ἀγάπη Του, νὰ σὲ λυτρώσει ἀπὸ κάθε ἁμαρτία, πειρασμὸ τοῦ ἐχθροῦ καὶ νὰ ἐκπληρώσει τὴν ἐπιθυμία σου. Οἱ Ἄγγελοι Του νὰ σὲ σκεπάσουν καὶ νὰ σὲ φυλάξουν ἀπὸ τὶς ἐπιβολὲς τοῦ ἐχθροῦ, γιὰ νὰ μὴν σὲ βρεῖ ὁ ψυχοφθόρος κανένα φταίξιμο τὴν ὥρα τῆς κρίσης. Ἡ εὐλογία τῆς Παναγίας Τριάδος ἄς εἶναι μαζί σου, τώρα καὶ στὴν ἀτελειώτη αἰωνιότητα.
Προσευχή του Οσίου Ονουφρίου
Στὴν συνέχεια, ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος γονάτισε, ὕψωσε τὰ χέρια καὶ τὸ βλέμμα του στὸν οὐρανὸ καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια προσευχήθηκε λέγοντας:
-Ὕψιστε Κύριε, ποὺ ἡ δύναμή Σου εἶναι ἀνεξιχνίαστη καὶ ἡ δόξαΣου ἀκατανόητη καὶ ἀνέκφραστη, τὸ δὲ ἔλεός Σου ἄπειρο καὶ ἀμέτρητο, ὑμνῶ, εὐλογῶ, προσκυνῶ καὶ δοξάζω ἐσένα ποὺ πόθησα ἀπὸ τὴν νεότητά μου καὶ Σένα ἀκολούθησα. Ἐπάκουσέ με Σὲ παρακαλῶ. Ἐσὺ ποὺ φρόντισες γιὰ μένα τὸν φτωχὸ καὶ ἀπομάκρυνες ἀπὸ τὶς ἀνάγκες τὴν ψυχή μου καὶ δὲν μὲ ἐγκατέλειψες στὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν μου ἀλλὰ ἔδωσες ζωὴ στὴν καρδιά μου. Σὲ ἱκετεύω Κύριε, σκέπασόν με μὲ τὴν εὐλογία Σου, γιὰ νὰ μὴ ταραχτεῖ ἡ ψυχή μου ἀπὸ τοὺς δαίμονες ὅταν χωρισθεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα, ἀλλὰ παράλαβέ την μὲ τοὺς Ἁγίους Ἀγγέλους σου καὶ κατάταξέ την ὅπου ἐπισκοπεῖ τὸ φῶς τοῦ προσώπου Σου, γιατὶ εἶσαι εὐλογητὸς καὶ δοξασμένος εἰς τοὺς αἰῶνες.
Μὴν ξεχνᾶς πολυέλεε τοὺς πιστούς. Ὅσους βρεθοῦν σὲ κίνδυνο καὶ προσευχηθοῦν λέγοντας: "Παντοδύναμε Κύριε, μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ δούλου Σου Ὀνουφρίου ἐλέησέ με"· ἄκουσέ τους Σὲ παρακαλῶ καὶ χάρισέ τους τὴν Βασιλεία Σου, ὅπως μοῦ ἔταξες".
-------------------------------------------------------------
Απὸ τὸ βιβλίο τοῦ Γεωργίου Μηλίτση
«Ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος», Τρίκαλα 2008
Κυριακή 17 Μαΐου 2020
Τι έλεγε ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών για τη Θεία Κοινωνία το 1988

*Ένα κείμενο που υπογράφεται από τον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών, 32 χρόνια πριν! Ένα κείμενο που γράφτηκε από γιατρούς της εποχής. Αξίζει να το διαβάσετε και να εντοπίσετε τις διαφορές με το σήμερα…
Ένα κείμενο του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, γραμμένο το 1988, που τονίζει ότι ο πιστός που κοινωνεί λαμβάνει μόνο Ζωή από την πηγή της Ζωής και όχι θάνατο, αναδημοσιεύει η Ιερά Μητρόπολη Κηφισιάς, Αμαρουσίου και Ωρωπού σε πρόσφατη ανάρτησή της στην επίσημη ιστοσελίδα της, με τίτλο: «Ο Ιατρικός Σύλλογος για τη Θεία Κοινωνία και η εκ τάφου φωνή του αειμνήστου καθηγητή καρδιολογίας Αθανασίου Αβραμίδη».
Η ανακοίνωση αναφέρει τα εξής:
«Στις 15 Ιανουαρίου 2020, έφυγε από την επίγεια ζωή, πλήρης ημερών, ο Καθηγητής καρδιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθανάσιος Αβραμίδης, ένας διαπρεπής επιστήμων, ο οποίος υπηρέτησε τον πάσχοντα άνθρωπο με αληθινή αγάπη, ως εικόνα Χριστού.
Είναι ένας από τους πολλούς επιστήμονες που με την παρουσία τους και την επιστημονική τους προσφορά, απέδειξαν και αποδεικνύουν, ότι η επιστήμη και η πίστη, μπορούν να συμβαδίζουν και να αλληλοβοηθούνται. Η πίστη γίνεται κινητήρια δύναμη για επιστημονική προσφορά στο συνάνθρωπο και η επιστήμη, όταν είναι απαγκιστρωμένη από αλαζονικές ιδεοληψίες, ενισχύει περισσότερο την πίστη σε Εκείνον ο Οποίος τα πάντα εν σοφία εποίησεν.
Ο εκλιπών καθηγητής ασχολήθηκε με πολλά θέματα βιοηθικής που προβλημάτισαν τον κόσμο και τη χριστιανική σκέψη. Ευθανασία, ομοιοπαθητική, θεωρία της εξέλιξης, εγκεφαλικός θάνατος, επιθανάτιες εμπειρίες κ.λπ.. Υπήρξε συνιδρυτής του συλλόγου προστασίας αγέννητου παιδιού, μαζί με τον αείμνηστο π. Γεώργιο Μεταλληνό και με άλλες σημαντικές προσωπικότητες.
Αυτές τις σκληρές ημέρες, σαν μέσα από τον τάφο, ακούστηκε η φωνή του μακαρίτη καθηγητή Αθ. Αβραμίδη, για να ελέγξει όσους, χωρίς να γνωρίζουν τι κακό κάνουν στον εαυτό τους, υποτιμούν το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Ήλθε στην επικαιρότητα η απάντηση που είχε δώσει ο αείμνηστος για λογαριασμό του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών σε ερώτηση κάποιου βουλευτή το έτος 1988, για τη «μετάδοση ασθενειών» από τη Θεία Κοινωνία.
Ακολουθούν αποσπασματικά μερικά σημεία αυτής της απάντησης:
«Προφανώς, ο ερωτών βουλευτής, δεν γνωρίζει ότι το θέμα αυτό είναι παμπάλαιο, και επ’αυτού κατά καιρούς έχουν λάβει θέση οι πάντες. Πρόκειται δε, για ένα θέμα πίστεως κατ’εξοχήν και ελάχιστα ιατρικό, διότι είναι θέμα επενεργείας υπερφυσικών πνευματικών δυνάμεων, οι οποίες βρίσκονται πέραν από το πεδίο ερεύνης και των δυνατοτήτων της επιστήμης.
Ο πιστός προσέρχεται για να κοινωνήσει … μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης! Πίστεως σε εκείνον που είπε: «ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ» και είναι πεπεισμένος ότι μεταλαμβάνει Σώμα και Αίμα Χριστού.
Προσέρχεται δε, με συντριβή καρδίας στο Άγιο Ποτήριο, στο Ποτήριο της Ζωής, ίνα λάβει Χριστό, Σωτήρα και Ζωή, από την πηγή της Ζωής!
Όχι θάνατο!
Στο όνομα της Πίστεώς του και στην αξιοπιστία του Θεού του, του είναι αδιανόητο ότι ο παντοδύναμος Θεός, ο οποίος αγάπη εστι και από αγάπη για τον άνθρωπο ανέβηκε στο Σταυρό, θα επέτρεπε ποτέ να μεταδωθεί στον μεταλαμβάνοντα μία οποιαδήποτε αρρώστια, με το ίδιο Του το Σώμα και με το δικό Του Αίμα, όταν με αυτά τον αγιάζει. Επομένως διά τον πιστό, πρόβλημα δεν υπάρχει.
Εκείνοι όμως οι οποίοι αμφιβάλλουν η φοβούνται μην πάρουν κάποια αρρώστια με τη Θεία Κοινωνία, όσοι δεν πιστεύουν στην ουσία της Θείας Κοινωνίας, αυτοί που δεν έχουν λόγο να μεταλάβουν και είναι δικαίωμά τους, πρέπει να απέχουν.
Ας αφήσουν όμως τους άλλους ήσυχους. Είναι μάλιστα παρατηρημένο ότι οι μη πιστεύοντες είναι κυρίως εκείνοι οι οποίοι περισσότερο ομιλούν δια τους κινδύνους από τη Θεία Κοινωνία. Όπως και το ότι «κόπτονται» για το καλό των πιστών εξ’ εκείνων που ασκούν πολεμική εναντίον της πίστεως.
Πάντως ιατρικώς, δεν υπάρχει ούτε μία βεβαιωμένη περίπτωση απλού πιστού, στον οποίο να έχει μεταδωθεί αρρώστια με τη Θεία Μετάληψη. Ούτε και ιερέως ο οποίος μάλιστα μετά την κοινωνία των πιστών κάνει την κατάλυση και καταπίνει όλα τα υπόλοιπα της Θείας Κοινωνίας μέχρι τρυγός, μαζί με ότι από το στόμα του κάθε μεταλαμβάνοντος διά της Αγίας Λαβίδος, κατέληξε στο Άγιο Ποτήριο.
Ούτε ακόμα και τότε που έβραζε η φυματίωση, εθέριζε η σύφιλη και η λέπρα ήταν ευρύτατα διαδεδομένη!
Σύγκρουση μεταξύ επιστήμης και Εκκλησίας δεν υπάρχει, παρά μόνο στους έχοντες τρικυμία εν κρανίω.
Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών 1988»
Αυτή η επίσημη απάντηση του Ιατρικού Συλλόγου, ουδέποτε ανεκλήθη. Αντιθέτως, και σήμερα παρότι η χριστιανοφοβία στην κάποτε χριστιανική χώρα μας ξεχειλίζει, βρέθηκαν κορυφαίοι καθηγητές της Ιατρικής Επιστήμης, να επιβεβαιώσουν όσα ο Ιατρικός Σύλλογος δια του Αθανασίου Αβραμίδη διατύπωσε. Σε αυτούς τους επιστήμονες οφείλουμε άπειρη ευγνωμοσύνη, και σε αυτούς ταιριάζει το αγιογραφικό.
πηγή: orthodoxianewsagency
Τετάρτη 13 Μαΐου 2020
Mεσοπεντηκοστή
| Ημερομηνία εορτής: | 25/05/2016 | |
Τύπος εορτής: | Με βάση το Πάσχα. Εορτάζει 24 ημέρες μετά το Άγιο |
Ἑστὼς διδάσκει τῆς ἑορτῆς ἐν μέσῳ,
Χριστὸς Μεσσίας τῶν διδασκάλων μέσον. |
Βιογραφία Την Τετάρτη μετά την Κυριακή του Παραλύτου πανηγυρίζει η Εκκλησία μας μία μεγάλη δεσποτική εορτή, την εορτή της Μεσοπεντηκοστής. Τα βυζαντινά χρόνια, η εορτή της Μεσοπεντηκοστής ήταν η μεγάλη εορτή της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και συνέτρεχαν κατ’ αυτή στον μεγάλο ναό πλήθη λαού. Δεν έχει κανείς παρά να ανοίξει την Έκθεση της Βασιλείου Τάξεως (Κεφ. 26) του Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου για να δει το επίσημο τυπικό του εορτασμού, όπως ετελείτο μέχρι την Μεσοπεντηκοστή του έτους 903 μ.Χ. στον ναό του Αγίου Μωκίου στην Κωνσταντινούπολη, μέχρι δηλαδή την ημέρα που έγινε η απόπειρα κατά της ζωής του αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ’ του Σοφού (11 Μαΐου 903 μ.Χ.). Εκεί υπάρχει μία λεπτομερής περιγραφή του λαμπρού πανηγυρισμού, που καταλαμβάνει ολόκληρες σελίδες και καθορίζει με την γνωστή παράξενη βυζαντινή ορολογία, πως ο αυτοκράτωρ το πρωί της εορτής με τα επίσημα βασιλικά του ενδύματα και την συνοδεία του ξεκινούσε από το ιερό παλάτι για να μεταβεί στον ναό του αγίου Μωκίου, όπου θα ετελείτο η θεία λειτουργία. Σε λίγο έφθανε η λιτανεία με επί κεφαλής τον πατριάρχη, και βασιλεύς και πατριάρχης εισήρχοντο επισήμως στον ναό. Η θεία λειτουργία ετελείτο με την συνήθη στις μεγάλες εορτές βυζαντινή μεγαλοπρέπεια. Μετά από αυτήν ο αυτοκράτωρ παρέθετε πρόγευμα, στο οποίο έπαιρνε μέρος και ο πατριάρχης. Και πάλι ο βασιλεύς υπό τις επευφημίες του πλήθους «Εἰς πολλούς καί ἀγαθούς χρόνους ὁ Θεός ἀγάγει τήν βασιλείαν ὑμῶν» και με πολλούς ενδιαμέσους σταθμούς επέστρεφε στο ιερό παλάτι. Αλλά και στα σημερινά μας λειτουργικά βιβλία, στο Πεντηκοστάριο, βλέπει κανείς τα ίχνη της παλαιάς της λαμπρότητας. Παρουσιάζεται σαν μία μεγάλη δεσποτική εορτή, με τα εκλεκτά της τροπάρια και τους διπλούς της κανόνες, έργα των μεγάλων υμνογράφων, του Θεοφάνους και του Ανδρέου Κρήτης, με τα αναγνώσματά της και την επίδραση της στις προ και μετά από αυτήν Κυριακές και με την παράταση του εορτασμού της επί οκτώ ημέρες κατά τον τύπο των μεγάλων εορτών του εκκλησιαστικού έτους. Ποιό όμως είναι το θέμα της ιδιορρύθμου αυτής εορτής; Όχι πάντως κανένα γεγονός της ευαγγελικής ιστορίας. Το θέμα της είναι καθαρά εορτολογικό και θεωρητικό. Η Τετάρτη της Μεσοπεντηκοστής είναι η 25η από του Πάσχα και η 25η προ της Πεντηκοστής ημέρα. Σημειώνει το μέσον της περιόδου των 50 μετά το Πάσχα εορτάσιμων ημερών. Είναι δηλαδή ένας σταθμός, μία τομή. Ωραία το τοποθετεί το πρώτο τροπάριο του εσπερινού της εορτής:
«Πάρεστιν ἡ μεσότης ἡμερῶν,
τῶν ἐκ σωτηρίου ἀρχομένων ἐγέρσεως Πεντηκοστῇ δέ τῇ θείᾳ σφραγιζομένων, καί λάμπει τάς λαμπρότητας ἀμφοτέρωθεν ἔχουσα καί ἑνοῦσα τάς δύο καί παρεῖναι τήν δόξαν προφαίνουσα τῆς δεσποτικῆς ἀναλήψεως σεμνύνεται». Χωρίς δηλαδή να έχει δικό της θέμα η ημέρα αυτή συνδυάζει τα θέματα, του Πάσχα αφ’ ενός και της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος αφ’ ετέρου, και «προφαίνει» την δόξα της αναλήψεως του Κυρίου, που θα εορτασθεί μετά από 15 ημέρες. Ακριβώς δε αυτό το μέσον των δύο μεγάλων εορτών έφερνε στο νου και ένα εβραϊκό επίθετο του Κυρίου, το «Μεσσίας». Μεσσίας στα ελληνικά μεταφράζεται Χριστός. Αλλά ηχητικά θυμίζει το μέσον. Έτσι και στα τροπάρια και στο συναξάρι της ημέρας η παρετυμολογία αυτή γίνεται αφορμή να παρουσιασθεί ο Χριστός σαν Μεσσίας - μεσίτης Θεού και ανθρώπων, «μεσίτης καί διαλλάκτης ἡμῶν καί τοῦ αἰωνίου αὐτοῦ Πατρός». «Διά ταύτην τήν αἰτίαν τήν παροῦσαν ἑορτήν ἑορτάζοντες καί Μεσοπεντηκοστήν ὀνομάζοντες τόν Μεσσίαν τε ἀνυμνοῦμεν Χριστόν», σημειώνει ο Νικηφόρος Ξανθόπουλος στο συναξάρι. Σ’ αυτό βοήθησε και η ευαγγελική περικοπή, που εξελέγη για την ημέρα αυτή (Ιω. 7, 14-30). Μεσούσης της εορτής του Ιουδαϊκού Πάσχα ο Χριστός ανεβαίνει στο ιερό και διδάσκει. Η διδασκαλία Του προκαλεί τον θαυμασμό, αλλά και ζωηρά αντιδικία μεταξύ αυτού και του λαού και των διδασκάλων. Είναι Μεσσίας ο Ιησούς η δεν είναι; Είναι η διδασκαλία του Ιησού εκ Θεού ή δεν είναι; Νέο λοιπόν θέμα προστίθεται: ο Χριστός είναι διδάσκαλος. Αυτός που ενώ δεν έμαθε γράμματα κατέχει το πλήρωμα της σοφίας, γιατί είναι η Σοφία του Θεού η κατασκευάσασα τον κόσμο. Ακριβώς από αυτόν τον διάλογο εμπνέεται μεγάλο μέρος της υμνογραφίας της εορτής. Εκείνος που διδάσκει στον ναό, στο μέσον των διδασκάλων του Ιουδαϊκού λαού, στο μέσον της εορτής, είναι ο Μεσσίας, ο Χριστός, ο Λόγος του Θεού. Αυτός που αποδοκιμάζεται από τους δήθεν σοφούς του λαού Του είναι η του Θεού Σοφία. Εκλέγομε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τροπάρια, το δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού του πλ. δ’ ήχου:
«Μεσούσης τῆς ἑορτῆς
διδάσκοντός σου, Σωτήρ, ἔλεγον οἱ Ἰουδαῖοι· Πῶς οὗτος οἶδε γράμματα, μή μεμαθηκώς; ἀγνοοῦντες ὅτι σύ εἶ ἡ Σοφία ἡ κατασκευάσασα τόν κόσμον. Δόξα σοι». Λίγες σειρές πιο κάτω στο Ευαγγέλιο του Ιωάννου, αμέσως μετά την περικοπή που περιλαμβάνει τον διάλογο του Κυρίου με τους Ιουδαίους «Τῆς ἑορτῆς μεσούσης», έρχεται ένας παρόμοιος διάλογος, που έλαβε χώρα μεταξύ Χριστού και των Ιουδαίων «τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς», δηλαδή κατά την Πεντηκοστή. Αυτός αρχίζει με μία μεγαλήγορο φράση του Κυρίου.« Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω.ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθώς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοί ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος» (Ιω. 7, 37-38). Και σχολιάζει ο Ευαγγελιστής.« Τοῦτο δέ εἶπε περί τοῦ Πνεύματος, οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν» (Ιω. 7, 39). Δεν έχει σημασία ότι οι λόγοι αυτοί του Κυρίου δεν ελέχθησαν κατά την Μεσοπεντηκοστή, αλλά λίγες ημέρες αργότερα. Ποιητική αδεία μπήκαν στο στόμα του Κυρίου στην ομιλία Του κατά την Μεσοπεντηκοστή. Ταίριαζαν εξ’ άλλου τόσο πολύ με το θέμα της εορτής. Δεν μπορούσε να βρεθεί πιο παραστατική εικόνα για να δειχθεί ο χαρακτήρας του διδακτικού έργου του Χριστού. Στο διψασμένο ανθρώπινο γένος η διδασκαλία του Κυρίου ήλθε σαν ύδωρ ζων, σαν ποταμός χάριτος που δρόσισε το πρόσωπο της γης. Ο Χριστός είναι η πηγή της χάριτος, του ύδατος του αλλομένου εις ζωήν αιώνιον, που ξεδιψά και αρδεύει τις συνεχόμενες από βασανιστική δίψα ψυχές των ανθρώπων. Που μεταβάλλει τους πίνοντας σε πηγές.« Ποταμοί ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσι ὕδατος ζῶντος» (Ιω. 7, 38). «Καί γενήσεται αὐτῷ πηγή ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωήν αἰώνιον», εἶπε στήν Σαμαρείτιδα» (Ιω. 4, 14). Που μετέτρεψε την έρημο του κόσμου σε θεοφύτευτο παράδεισο αειθαλών δένδρων φυτεμένων παρά τας διεξόδους των υδάτων του αγίου Πνεύματος. Το γόνιμο αυτό θέμα έδωσε νέες αφορμές στην εκκλησιαστική ποίηση και στόλισε την εορτή της Μεσοπεντηκοστής με εξαίρετους ύμνους. Διαλέγομε τρεις, τους πιο χαρακτηριστικούς: Το κάθισμα του πλ. δ’ ήχου προς το «Τήν Σοφίαν καί Λόγον», που ψάλλεται μετά την γ’ ωδή του κανόνος στην ακολουθία του όρθρου:
«Τῆς σοφίας τό ὕδωρ καί τῆς ζωῆς
ἀναβρύζων τῷ κόσμῳ, πάντας, Σωτήρ, καλεῖς τοῦ ἀρύσασθαι σωτηρίας τά νάματα· τόν γάρ θεῖον νόμον σου δεχόμενος ἄνθρωπος, ἐν αὐτῷ σβεννύει τῆς πλάνης τούς ἄνθρακας. Ὅθεν εἰς αἰῶνας οὐ διψήσει, οὐ λήξει τοῦ κόρου σου δέσποτα, βασιλεῦ ἐπουράνιε. Διά τοῦτο δοξάζομεν τό κράτος σου, Χριστέ ὁ Θεός, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν αἰτούμενοι καταπέμψαι πλουσίως τοῖς δούλοις σου». Το απολυτίκιο και το κοντάκιο της εορτής, το πρώτο του πλ. δ’ και το δεύτερο του δ’ ήχου:
«Μεσούσης τῆς ἑορτῆς
διψῶσάν μου τήν ψυχήν εὐσεβείας πότισον νάματα· ὅτι πᾶσι, Σωτήρ ἐβόησας· Ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω. Ἡ πηγή τῆς ζωῆς, Χριστέ ὁ Θεός, δόξα σοι». «Τῆς ἑορτῆς τῆς νομικῆς μεσαζούσης ὁ τῶν ἁπάντων ποιητής καί δεσπότης πρός τούς παρόντας ἔλεγες, Χριστέ ὁ Θεός· Δεῦτε καί ἀρύσασθαι ὕδωρ ἀθανασίας. Ὅθεν σοι προσπίπτομεν καί πιστῶς ἐκβοῶμεν· Τούς οἰκτιρμούς σου δώρησαι ἡμῖν, σύ γάρ ὑπάρχεις πηγή τῆς ζωῆς ἡμῶν». Και τέλος το απαράμιλλο εξαποστειλάριο της εορτής:
«Ὁ τόν κρατῆρα ἔχων
τῶν ἀκενώτων δωρεῶν, δός μοι ἀρύσασθαι ὕδωρ εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν· ὅτι συνέχομαι δίψῃ, εὔσπλαγχνε μόνε οἰκτίρμον». Αυτή με λίγα λόγια είναι η εορτή της Μεσοπεντηκοστής. Η έλλειψη ιστορικού υποβάθρου της στέρησε τον απαραίτητο εκείνο λαϊκό χαρακτήρα, που θα την έκανε προσφιλή στον πολύ κόσμο. Και το εντελώς θεωρητικό της θέμα δεν βοήθησε τους χριστιανούς, που δεν είχαν τις απαραίτητες θεολογικές προϋποθέσεις, να ξεπεράσουν την επιφάνεια και να εισδύσουν στην πανηγυριζόμενη δόξα του διδασκάλου Χριστού, της Σοφίας και Λόγου του Θεού, της πηγής του ακενώτου ύδατος. Συνέβη με αυτή κάτι ανάλογο με εκείνο που συνέβη με τους περίφημους ναούς της του Θεού Σοφίας, που αντί να τιμώνται στο όνομα του Χριστού ως Σοφίας του Θεού, προς τιμήν του οποίου ανεγέρθησαν, κατήντησαν, για τους ιδίους λόγους, να πανηγυρίζουν στην εορτή της Πεντηκοστής η του αγίου Πνεύματος η της αγίας Τριάδος η των Εισοδίων η της Κοιμήσεως της Θεοτόκου η και αυτής της μάρτυρος Σοφίας και των τριών θυγατέρων της Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης. |
Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ. δ’. Μεσούσης τῆς ἑορτῆς διψῶσάν μου τήν ψυχήν εὐσεβείας πότισον νάματα· ὅτι πᾶσι, Σωτήρ ἐβόησας· Ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω. Ἡ πηγή τῆς ζωῆς, Χριστέ ὁ Θεός, δόξα σοι. Κοντάκιον Ἦχος δ’. Τῆς ἑορτῆς τῆς νομικῆς μεσαζούσης ὁ τῶν ἁπάντων ποιητής καί δεσπότης πρός τούς παρόντας ἔλεγες, Χριστέ ὁ Θεός· Δεῦτε καί ἀρύσασθαι ὕδωρ ἀθανασίας. Ὅθεν σοι προσπίπτομεν καί πιστῶς ἐκβοῶμεν· Τούς οἰκτιρμούς σου δώρησαι ἡμῖν, σύ γάρ ὑπάρχεις πηγή τῆς ζωῆς ἡμῶν. Μεγαλυνάριον Μεσούσης ἐπέστης τῆς ἑορτῆς, Οἰκτίρμων διδάσκων, ἐν τῷ μέσῳ τοῦ Ἱεροῦ, δεῦτε οἱ διψῶντες, προσέλθετε καὶ ὕδωρ, ἐκ τῆς πηγῆς τῶν ὅλων, πάντες ἀρύσασθε. http://www.saint.gr/1572/saint.aspx |
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



