Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2014

Να έχεις φέρσιμο απλό, βάδισμα σεμνό, λόγο ανεπιτήδευτο, φωνή απροσποίητη....Αββάς Φιλήμων


Λόγος περί του αββά Φιλήμονος

Έλεγαν για τον αββά Φιλήμονα τον αναχωρητή, ότι κλείστηκε σε μια σπηλιά κοντά στη Λαύρα, και διεξήγαγε τα παλαίσματα της ασκήσεως, επαναλαμβάνοντας στη διάνοιά του αυτά που απηύθυνε στον εαυτό του,  ο μέγας Αρσένιος: «Φιλήμων, μην ξεχνάς για ποιο λόγο έφυγες από τον κόσμο». Υπέμενε λοιπόν στη σπηλιά αρκετό καιρό και εργαζόταν την καλαθοπλεκτική...

Πηγαίνοντας στην εκκλησία κάθε Σάββατο και Κυριακή, περπατούσε μόνος και συγκεντρωμένος στον εαυτό του, μην επιτρέποντας σε κανένα να τον πλησιάσει, για να μην ξεφύγει ο νους του από την πνευματική εργασία. Μέσα στην εκκλησία στεκόταν σε μια γωνιά με το πρόσωπο προσηλωμένο στη γη και έχυνε πηγές δακρύων, έχοντας αδιάλειπτο το πένθος και τη μνήμη του θανάτου, κατά το παράδειγμα των αγίων Πατέρων και μάλιστα του μεγάλου Αρσενίου, πάνω στα αχνάρια του οποίου φρόντιζε να βαδίζει.

Όταν εμφανίστηκε αίρεση στην Αλεξάνδρεια και στα περίχωρα,  πήγε στη Λαύρα, κοντά σ΄αυτήν του Νικάνορος. Εκεί τον δέχτηκε ο θεοφιλέστατος Παυλίνος· του παραχώρησε ιδιαίτερο κελί, όπου τον εγκατέστησε με κάθε ησυχία. Επί ένα χρόνο δεν επέτρεψε σε κανένα να τον συναντήσει, αλλ' ούτε και αυτός τον ενόχλησε καθόλου, παρά μόνο όταν του έδινε το απαραίτητο ψωμί.

Όταν έφτασε η εορτή της Αναστάσεως του Κυρίου, συναντήθηκαν οι δυό τους και συνομίλησαν για την ερημική ζωή· και αφού κατάλαβε ότι και για τον ευλαβέστατο Παυλίνο ο σκοπός αυτός ήταν προτιμότερος, του αναφέρει λόγια ασκητικά, από τις Γραφές και από τους Πατέρες, και φανερώνει με αυτά ότι χωρίς την τέλεια ησυχία, είναι αδύνατο να ευαρεστήσει κανείς τον Θεό, όπως φιλοσόφησε σχετικά και ο θαυμαστός αββάς Μωυσής. 

Γιατί η ησυχία γεννά την άσκηση, η άσκηση γεννά τα δάκρυα, τα δάκρυα τον φόβο, ο φόβος την ταπείνωση, η ταπείνωση το προορατικό χάρισμα, το προορατικό την αγάπη κι η αγάπη κάνει την ψυχή υγιή και απαθή. Και τότε γνωρίζει ο άνθρωπος ότι δεν είναι μακριά από τον Θεό.

Του έλεγε λοιπόν: «Πρέπει δια μέσου της ησυχίας να καθαρίσεις τελείως τον νου σου και να του δώσεις αδιάλειπτη πνευματική εργασία. Γιατί όπως τα μάτια βλέπουν τα αισθητά και θαυμάζουν το θέαμά τους, έτσι και ο καθαρός νους βλέπει τα νοητά και από την πνευματική θεωρία άρχεται σε έκσταση και δύσκολα αποσπάται από αυτά.


Και όσο περισσότερο μέσω της ησυχίας απογυμνώνεται από τα πάθη και καθαρίζεται, τόσο περισσότερη γνώση αξιώνεται να λαμβάνει. Και τότε ο νους γίνεται τέλειος, όταν ξεπεράσει τη γνώση της ουσίας των όντων και ενωθεί με το Θεό, ώστε αφού έχει το βασιλικό αξίωμα, δεν ανέχεται πλέον να είναι φτωχός.


Ούτε παρασύρεται από τις χαμηλές επιθυμίες, και αν ακόμη του προσφέρεις όλα τα βασίλεια του κόσμου. Αν λοιπόν θέλεις να φτάσεις σε όλες αυτές τις αρετές, μη σε απασχολεί η μέριμνα κανενός άνθρωπου· φεύγε με όλη σου τη δύναμη από τον κόσμο και βάδιζε πρόθυμα την οδό των Αγίων. Έχε παρουσιαστικό παραμελημένο... και φόρεμα ταπεινό, φέρσιμο απλό, λόγο ανεπιτήδευτο, βάδισμα σεμνό, φωνή απροσποίητη, τη φτώχεια σύντροφό σου και την καταφρόνηση απ' όλους.

Πάνω απ' ολα να κρατάς τη φύλαξη και τη νήψη του νου σου. Να έχεις καρτερία σε κάθε στενοχώρια, και κάθε αγαθό που έχεις, να το φυλάγεις ακέραιο και αμετάβλητο. Και πρόσεχε πολύ τον εαυτό σου, μην τυχόν παραδεχτείς καμιά παρείσακτη ηδονή.

Γιατί τα πάθη της ψυχής καταπραΰνονται με την ησυχία· όταν όμως ερεθίζονται και ξύνονται, αγριεύουν περισσότερο και σπρώχνουν εκείνους που τα έχουν να αμαρτάνουν περισσότερο και γίνονται δυσκολοθεράπευτα, όπως συμβαίνει με τα σωματικά τραύματα, όταν τρίβονται και ξύνονται. Ακόμη και ένας αργός λόγος μπορεί να χωρίσει το νου από τη μνήμη του Θεού, καθώς μας σπρώχνουν οι δαίμονες σ' αυτό και οι αισθήσεις πείθονται σ' αυτούς. 

«Είναι μεγάλος ο αγώνας και ο φόβος να φυλάξεις την ψυχή σου. Πρέπει λοιπόν να χωριστείς από όλο τον κόσμο και να σπάσεις το δεσμό της συμπάθειας της ψυχής προς το σώμα και να γίνεις χωρίς πόλη, χωρίς σπίτι, χωρίς τίποτε δικό σου, αφιλάργυρος, ακτήμων, χωρίς πολυπραγμοσύνη, χωρίς συναλλαγές με άλλους, αμαθής των ανθρώπινων πραγμάτων, ταπεινόφρων, συμπαθής, πράος, ήσυχος, έτοιμος να δεχτείς στην καρδιά σου τις υποδείξεις της θείας γνώσεως.


Γιατί δεν είναι δυνατό να γράψεις σε κέρινη πλάκα, αν προηγουμένως δεν τη λειάνεις από τα γράμματα που είναι χαραγμένα πάνω στο κερί


Αυτά μας διδάσκει ο Μέγας Βασίλειος. Τέτοιοι έγιναν όλοι οι Άγιοι· χωρισμένοι τελείως από την κοσμική ζωή, διατηρούσαν το ουράνιο φρόνημα αθόλωτο μέσα τους, και το καταλάμπρυναν με τους θείους νόμους. Και έλαμπαν με τα ευσεβή έργα και λόγια, αφού νέκρωσαν τα επίγεια μέλη τους με την εγκράτεια και τον φόβο και τον πόθο του Θεού.

Γιατί με την αδιάλειπτη προσευχή και τη μελέτη των θείων Γραφών ανοίγουν τα νοερά μάτια της ψυχής και βλέπουν τον Βασιλέα των δυνάμεων. Και τότε γίνεται χαρά μεγάλη και δριμύς πόθος που καταφλέγει την ψυχή, η σάρκα συνανυψώνεται κι αυτή από το Πνεύμα και γίνεται ο άνθρωπος όλος πνευματικός....» 

Όταν τα άκουσε αυτά ο θεοφιλής εκείνος αδελφός, πληγώθηκε η ψυχή του από τον θείο πόθο και πήγε μαζί του στη σκήτη, όπου οι πιο μεγάλοι Πατέρες είχαν διανύσει το δρόμο της ευσέβειας. Εκεί κατοίκησαν στη Λαύρα του αγίου Ιωάννη του Κολοβού και, επειδή ήθελαν να ζήσουν ησυχαστική ζωή, ανέθεσαν τον εαυτό τους στη φροντίδα του οικονόμου της Λαύρας.

Ζούσαν με τη χάρη του Θεού με μεγάλη ησυχία, πηγαίνοντας ελεύθερα κάθε Σάββατο και Κυριακή στην Εκκλησία. Τις υπόλοιπες ημέρες της εβδομάδας έμεναν στο κελί, κάνοντας καθένας τις προσευχές και την ακολουθία του.

Η ακολουθία του αγίου γέροντα ήταν αυτή: τη νύχτα όλη έψαλλε το Ψαλτήριο και τις ωδές χωρίς θόρυβο, και έλεγε και μια περικοπή του Ευαγγελίου. Κατόπιν καθόταν και έλεγε μόνος του το «Κύριε έλέησον» με προσήλωση και για πολλή ώρα, ώσπου δεν μπορούσε πιά να το λέει. Και τότε έπαιρνε λίγο ύπνο· και πάλι την αυγή έψαλλε την πρώτη Ώρα και καθόταν στο κάθισμά του προσεκτικά βλέποντας προς την ανατολή, ψάλλοντας κατά διαλείμματα και λέγοντας από μνήμης περικοπές από τον Απόστολο και το Ευαγγέλιο.

Και έτσι περνούσε κάθε ημέρα ψάλλοντας και προσευχόμενος αδιαλείπτως, και τρεφόμενος με τη θεωρία των ουρανίων, ώστε πολλές φορές να υψώνεται ο νους του στη θεωρία και να μη γνωρίζει αν βρίσκεται πάνω στη γη. 

Ο αδελφός Παυλίνος, βλέποντάς τον να επεκτείνεται τόσο πολύ στην προσευχή και να αλλοιώνεται ολότελα από τις θείες έννοιες, του είπε: «Πολύ κοπιάζεις πάτερ, με τόσα γηρατειά να ταλαιπωρείς το σώμα σου και να το μεταχειρίζεσαι σαν δούλο.»

Κι ο γέροντας αποκρίθηκε: «Πίστεψέ με παιδί μου, τόσο μεγάλη προθυμία και πόθο για την ακολουθία έχει βάλει ο Θεός μέσα στην ψυχή μου, ώστε δεν φτάνουν οι δυνάμεις μου να την ικανοποιήσω σ' όλη την έκτασή της. Αλλά ο πόθος του Θεού και η ελπίδα των μελλόντων αγαθών νικά τη σωματική μου αδυναμία.» Έτσι λοιπόν ο πόθος του νου του πετούσε πάντοτε στον ουρανό. Και όχι μόνον τις άλλες ώρες, αλλά και στην ώρα του φαγητού. 

Κάποτε λοιπόν ένας αδελφός που κατοικούσε μαζί του, τον ερώτησε, ποιό είναι το μυστήριο της θεωρίας. Εκείνος, επειδή τον είδε ότι επιθυμούσε να μάθει και τον παρακαλούσε, του είπε: 
«Σου λέω, παιδί μου, αληθινά, ότι αν καθαριστεί τελείως ο νους, τότε ο Θεός του αποκαλύπτει τις θεωρίες ακόμη και των αγγελικών δυνάμεων που Τον υπηρετούν».
Και πάλι τον ξαναρώτησε: «Γιατί πάτερ, παραπάνω από όλη την αγία Γραφή, γλυκαίνεσαι περισσότερο με το Ψαλτήριο; Και γιατί ενώ το λές ήσυχα, φαίνεσαι σαν να συνομιλείς με κάποιον;» 

Ο αββάς απάντησε: «Να σου πω, παιδί μου· τόσο πολύ εχει βάλει ο Θεός μέσα στην ταπεινή μου ψυχή τη δύναμη των ψαλμών, όσο και στον προφήτη Δαβίδ, και δεν μπορώ να χωριστώ από τη γλυκύτητα των ποικίλων θεωρημάτων που βρίσκονται μέσα σ' αυτούς. Οι ψαλμοί περιέχουν όλη τη θεία Γραφή».

Και αυτά τα εκμυστηρεύθηκε στον αδελφό με μεγάλη ταπεινοφροσύνη, αφού πιέστηκε πολύ απ' αυτόν, θέλοντας να τον ωφελήσει.   

 Από τη Φιλοκαλία

-----------------------------------------------------------------------------