Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2016

Να κάνεις τον σταυρό σου, να σταυρώνεις το μαξιλάρι, να βάζεις τον σταυρό και κάνα δυο εικόνες επάνω στον μαξιλάρι και να λες την ευχή μέχρι να σε πάρει ο ύπνος:Άγιος Παϊσιος


Όταν βλέπεις άσχημο όνειρο, ποτέ να μην εξετάζεις τι είδες, πώς το είδες, αν είσαι ένοχη, πόσο φταις. Ο πονηρός, επειδή δεν μπόρεσε να σε πειράξει την ημέρα, έρχεται την νύχτα.

Επιτρέπει καμιά φορά και ο Θεός να μας πειράξει στον ύπνο, για να δούμε ότι δεν πέθανε ακόμη ο παλιός άνθρωπος.

Άλλες φορές πάλι ο εχθρός πλησιάζει τον άνθρωπο στον ύπνο του και του παρουσιάζει διάφορα όνειρα, για να στενοχωρεθεί, όταν ξυπνήσει. Γι'; αυτό να μη δίνεις καθόλου σημασία.

Να κάνεις τον σταυρό σου, να σταυρώνεις το μαξιλάρι, να βάζεις και τον σταυρό και κάνα δυο εικόνες επάνω στον μαξιλάρι και να λες την ευχή μέχρι να σε πάρει ο ύπνος.

Όσο δίνεις σημασία, άλλο τόσο θα έρχεται ο εχθρός να σε πειράζει. Αυτό δεν είναι κάτι που συμβαίνει μόνο στους μεγάλους, αλλά και στους μικρούς. Και στα μικρά παιδιά ακόμη, παρόλο που είναι αγγελούδια, ο εχθρός πηγαίνει και τα φοβερίζει, όταν κοιμούνται και τινάζονται με αγωνία, τρέχουν φοβισμένα και με κλάματα στην αγκαλιά της μητέρας.

Άλλοτε πάλι τα πλησιάζουν οι Άγγελοι και γελούν μέσα στον ύπνο τους από χαρά ή ξυπνάνε από την μεγάλη τους χαρά. Επομένως τα όνειρα που φέρνει ο πειρασμός είναι μια εξωτερική επίδραση του εχθρού στον άνθρωπο την ώρα που κοιμάται.

-Και όταν, Γέροντα, νιώθεις ένα πλάκωμα την ώρα που κοιμάσαι;

-Μερικές φορές αυτό οφείλεται σε μια αγωνιώδη κατάσταση που ζει κανείς μέσα στην ημέρα ή σε διάφορους φόβους, σε διάφορες υποψίες κ.λπ. Φυσικά όλα αυτά μπορεί να τα χρησιμοποιήσει το ταγκαλάκι, να κάνει κάποιον συνδυασμό, για να ζαλίσει τον άνθρωπο. Πολλές φορές είναι τόσο ελαφρός ο ύπνος, που νομίζει κανείς ότι είναι ξυπνητός και ότι προσεύχεται, για να φύγει αυτό το πλάκωμα, από το οποίο του κρατιέται ακόμη και η αναπνοή.

Καμιά φορά μάλιστα ο διάβολος μπορεί να πάρει την μορφή ενός ανθρώπου ή ενός Αγίου και να παρουσιασθεί στον ύπνο κάποιου. Κάποτε παρουσιάσθηκε σε έναν άρρωστο στον ύπνο του με την μορφή του Αγίου Αρσενίου και του είπε: «Είμαι ο Άγιος Αρσένιος. Ήρθα να σου πω ότι θα πεθάνεις.

Τα'; ακούς; Θα πεθάνεις». Τρόμαξε ο άνθρωπος. Ποτέ ένας Άγιος δεν μιλάει έτσι σε έναν άρρωστο. Και αν τυχόν είναι να πεθάνει ο άρρωστος και παρουσιασθεί ένας Άγιος να τον πληροφορήσει για τον θάνατο του, θα του το πει μα καλό τρόπο: «Επειδή είδε ο Θεός που ταλαιπωρείσαι, γι'; αυτό θα σε πάρει από αυτόν τον κόσμο. Κοίταξε να ετοιμασθείς». Δεν θα του πει: «Τ'; ακούς; Θα πεθάνεις»!

-Και όταν, Γέροντα, φωνάζει κανείς στον ύπνο του;

-Καλύτερα, ξυπνάει ...;Πολλά όνειρα είναι της αγωνίας. Όταν ο άνθρωπος έχει αγωνία ή είναι κουρασμένος, παλεύουν αυτά μέσα του και τα βλέπει σε όνειρο. Εγώ πολλές φορές, όταν την ημέρα αντιμετωπίζω διάφορα προβλήματα των ανθρώπων, αδικίες που συμβαίνουν κ.λπ., ύστερα στον ύπνο μου μαλώνω με τον άλλον: «βρε αθεόφοβε, φωνάζω, αναίσθητος είσαι!» και με τις φωνές που βάζω ξυπνάω.

-Γέροντα, από τα όνειρα μπορεί κανείς να προβλέψει κάτι που θα του συμβεί;

-Όχι, μη δίνετε σημασία στα όνειρα. Είτε ευχάριστα είναι τα όνειρα είτε δυσάρεστα, δεν πρέπει να τα πιστεύει κανείς, γιατί υπάρχει κίνδυνος πλάνης. Τα ενενήντα πέντε τοις εκατό από τα όνειρα είναι απατηλά. Γι'; αυτό οι Άγιοι Πατέρες λένε να μην τα δίνουμε σημασία. Πολύ λίγα όνειρα είναι από τον Θεό, αλλά και αυτά, για να τα ερμηνεύσει κανείς, πρέπει να έχει καθαρότητα και άλλες προϋποθέσεις, όπως ο Ιωσήφ και ο Δανιήλ, που είχαν χαρίσματα από τον Θεό.

«Θα σου πω, είπε ο Δανιήλ στον Ναβουχοδονόσορα, και τι όνειρο είδες και τι σημαίνει» . Αλλά σε τι κατάσταση είχε φθάσει! Ήταν μέσα στα λιοντάρια, παρόλο που ήταν νηστικά, δεν τον πείραζαν. Του πήγε ο Αββακούμ φαγητό, κι εκείνος είπε «Με θυμήθηκε ο Θεός;». Αν δεν θυμόταν ο Θεός τον Προφήτη Δανιήλ, ποιόν θα θυμόταν;

-Γέροντα, μερικοί άνθρωποι δεν βλέπουν όνειρα

-Καλύτερα που δεν βλέπουν! δεν ξοδεύουν ούτε εισιτήρια, ούτε βενζίνη! Στα όνειρα σε ένα λεπτό βλέπεις κάτι που στην πραγματικότητα θα διαρκούσε ώρες, μέρες γιατί καταργείται ο χρόνος. Να, από αυτό μπορεί να καταλάβει κανείς το ψαλμικό: «Χίλια έτη εν οφθαλμοίς σου, Κύριε, ως η ημέρα η εχθές, ήτις διήλθε».

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

Πηγή: Από το βιβλίο Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, «Πνευματικός Αγώνας» Λόγοι Γ' 

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2016

Οι γέροντες Παΐσιος, Εφραίμ Κατουνακιώτης και Εφραίμ Φιλοθεΐτης, όπως τους γνώρισα- Καθηγούμενος Αρχιμ. Φιλόθεος Καρακαλληνός

Για τον μακαριστόν Γέροντα Παΐσιον, τον επίσης μακαριστόν Γέροντα π. Εφραίμ Κατουνακιώτην και για τον Γέροντά του Αρχιμανδρίτην Εφραίμ Φιλοθεΐτην -ο οποίος τα τελευταία χρόνια ασκείται στις ΗΠΑ κι έχει ιδρύσει με τη χάρη του Θεού 17 υπέροχα μοναστήρια στην υπερατλαντικήν ήπειρο- μας ομιλεί, αγαπητές και αγαπητοί μου αναγνώστες της «δημοκρατίας», ο πολιός Καθηγούμενος Αρχιμανδρίτης Φιλόθεος Καρακαλληνός.


– Μ.Μ.: Γέροντα, νωρίτερα αναφέρατε τον Γέροντα Παΐσιον· τον γνωρίσατε αρκετά; Ερωτώ διότι έχω πληροφορηθεί ότι ο μακαριστός Γέροντας είχε κατευθύνει προς το μοναστήρι σας αρκετούς νέους, οι οποίοι τον είχαν συμβουλευθεί πού να κοινοβιάσουν.

– Αρχιμ. Φ.Κς: Δεν ευτύχησα να έχω στενήν επικοινωνία με τον άγιο Γέροντα. Θα σας πω όμως κάτι το χαρακτηριστικόν: Εναν μήνα προ της μακαρίας κοιμήσεώς του βρέθηκα στη Θεσσαλονίκη. Ο Γέροντας ήτο εξαντλημένος, λόγω της σοβαράς ασθενείας του. Αυτός ήτο και ο λόγος που δίσταζα να τον επισκεφθώ στη Σουρωτή, παρότι ο συνοδός μου διακαώς το επιθυμούσε. Τελικώς, εκάμφθην προ της μεγάλης επιμονής του και πήγαμε στο μοναστήρι. Παρεκαλέσαμε τις μοναχές να μας επιτρέψουν να φιλήσουμε το χέρι του. Με ευγένεια και σεβασμό μάς απέτρεψαν, λέγοντας ότι η κατάσταση της υγείας του δεν το επέτρεπε. Μπροστά στην παρακλητική μας διάθεση κάμφθηκε μία μοναχή και πήγε να τον ενημερώσει. Δίχως να το αξίζω, έγινε στην ουτιδανότητά μου ίλεως ο Θεός· μεγάλη, μεγίστη χάρη μού έγινε και με δέχθηκε ο Γέροντας. Μόλις μπήκα στο κελλάκι του, αισθάνθηκα ευωδία τιμίου λειψάνου, η οποία ενισχύθηκε όταν τον ασπάσθηκα! Ευωδίαζε από την κορυφή έως τα νύχια! Με καλοσύνη κι ενδιαφέρον με ρώτησε για το μοναστήρι, για κάποιους αδελφούς που ο ίδιος είχε συστήσει. Κάποια στιγμή μού είπε για κάποιον που προσφάτως είχε προσέλθει ως δόκιμος: «Αυτός μπορεί και να μη θέλει να γίνει μοναχός»· σαν να μου έλεγε ότι αυτός δεν είναι για μοναχός. Πράγματι, όπως το είπε έτσι και έγινε. Μα δεν χρειαζόταν άλλη απόδειξη των χαρισμάτων του. Ηταν «απτή», ολοφάνερη η ευωδία που αισθάνθηκα· ευωδία σαν από άγιο λείψανο, ιδιαίτερη, χαριτωμένη!..
– Μ.Μ.: Γνωρίσατε τον Κατουνακιώτη παπα-Εφραίμ;
– Αρχιμ. Φ.Κς: Είχα πάει μερικές φορές στο ησυχαστήριό του, στην έρημο των Κατουνακίων. Πρώτη φορά τον είδα το 1971. Δεύτερη φορά πήγα μ’ έναν άλλον μοναχό, στο καλύβι του. Ηταν η επαύριον του Τιμίου Προδρόμου. Ημασταν στην πανηγυρίζουσα Μονή Διονυσίου και μετά την τράπεζα ανηφορήσαμε για τα Κατουνάκια, για το ησυχαστήριο του Αγίου Εφραίμ. Μ’ έβαλε και λειτούργησα. Οι συζητήσεις που έκανε, σχεδόν πάντοτε, περιεστρέφοντο γύρω από το μεγάλο θέμα της υπακοής. Μας έλεγε διάφορα περιστατικά με τον Γέροντά του Νικηφόρο. Μας έλεγε και άλλ’ ανάλογα περιστατικά, άλλων μοναχών. Τι να σας πω... Ηταν για μας δώρο του Θεού η επικοινωνία με τον Γέροντα!..
Το 1993 μια ομάδα Καρακαλληνών μοναχών πήγαμε στα Κατουνάκια. Ο Γέροντας και οι υποτακτικοί του καταγίνονταν έξω από το ησυχαστήριό τους να φτιάχνουν πεζούλια. Μόλις μας είδε, σκίρτησε από χαρά και φώναξε: «Ω! Καλώς ήλθατε, ανιψάκια μου! Καλώς ορίσατε!» Μας έλεγε έτσι, επειδή έχουμε κάποια πνευματική συγγένειαν· όπως είναι γνωστόν, ο Γέροντάς μας Εφραίμ ο Φιλοθεΐτης ήταν υποτακτικός του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού, τον οποίον ο παπα-Εφραίμ θεωρούσε Γέροντά του! Προχώρησε λοιπόν τότε προς εμένα, άνοιξε την τεραστίαν αγκάλη του, μ’ έκλεισε μέσα και μ’ ευλογούσε συνεχώς! Μιλήσαμε για διάφορα. Πάντοτε, οι ομιλίες του ήσαν πνευματική πανδαισία. Κοντά του αισθανόμουν τόση χάρη, που θαρρούσα ότι ήμουν στον Παράδεισον! Ητο για μένα μεγάλη, σπανία ευεργεσία, δώρο του Θεού η επικοινωνία με τον Κατουνακιώτη Γέροντα.
– Μ.Μ.: Αγιε καθηγούμενε, αναφερθήκατε ακροθιγώς στον Γέροντά σας Εφραίμ, υποτακτικό του μακαριστού αγίου Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού. Παρακαλώ να μας μιλήσετε για τον Γέροντά σας. Κάνετε αγάπη, άγιε καθηγούμενε, γι’ άλλη μία φορά...
– Αρχιμ. Φ.Κς: Θα κάνω αγάπη και υπακοή θα κάνω, διότι και ο Γέροντας έκανε τυφλήν υπακοή στον Γέροντά του Ιωσήφ. Ανεδείχθη τέλειος υποτακτικός! Ελαβε πλουσίως τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και διέπρεψε και διαπρέπει ως χαριτωμένος Γέροντας και Πνευματικός. Τόσον ο Γέροντάς μου Εφραίμ όσο και οι λοιποί άγιοι υποτακτικοί του σπηλαιώτου Ιωσήφ αποτελούν υποδείγματα καλογερικής... Διέπρεψαν με την υπακοή τους ο μακαριστός Προηγούμενος παπα-Χαραλάμπης Διονυσιάτης, ο ευλογημένος Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός, ο μακαριστός παπα-Εφραίμ Κατουνακιώτης, ο Γέροντάς μου παπα-Εφραίμ Φιλοθεΐτης και οι λοιποί. Το λέγω ξανά, για να το τονίσω: Διέπρεψαν τω όντι με την υπακοή τους οι οσιότατοι αυτοί πατέρες μας, γι’ αυτό και χαριτώθηκαν.
Για να εστιάσω στον Γέροντά μου, οφείλω να σας πω ότι μας ηξίωσεν ο Θεός και γνωρίσαμε εμπειρικώς τη χάρη που ενοικούσε πλούσια στην καρδιά του. Ο Θεός ετίμησε την τελείαν υπακοή του και τον ηξίωσε ν’ αποκτήσει αφοσιωμένη συνοδεία. Μετά την κοίμηση του Γέροντός του Ιωσήφ, εκοινοβίασεν εκεί στη Νέα Σκήτη και ακολούθως στην Προβάτα, στο ησυχαστήριο του Αγίου Αρτεμίου. Εκεί επλήθυνεν ο Θεός την αδελφότητά μας. Ζούσαμε ησυχαστική ζωή. Το πρόγραμμά μας ήτο καθαρώς ησυχαστικόν.
– Μ.Μ.: Ητοι;
– Αρχιμ. Φ.Κς: Οι ακολουθίες άρχιζαν με τη δύση του ηλίου και τελείωναν με την ανατολή, περίπου οκτώ ώρες. Εννοείται ότι γίνονταν με τον ησυχαστικό τρόπο, δηλαδή με το κομποσχοίνι. Αυτό το τυπικό ο Γέροντάς μας το μετέφερε από την έρημον, από την καθημερινήν ασκητική πρακτική που είχαν με τον Γέροντά τους Ιωσήφ και τους παραδελφούς του. Αυτό το ησυχαστικό πρόγραμμα διετήρησαν ο Γέροντάς μας Εφραίμ Φιλοθεΐτης, ο Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός, ο Γέροντας Χαραλάμπης Διονυσιάτης με τις συνοδείες τους· έτσι λοιπόν κι εμείς.
– Μ.Μ.: Ποιες ακολουθίες κάνατε -με το κομποσχοίνι- κάθε βράδυ;– Αρχιμ. Φ.Κς: Εσπερινόν, απόδειπνο και όρθρο.
– Μ.Μ.: Δηλαδή, Γέροντα, δεν λέγατε καθόλου τροπάρια του εσπερινού, του αποδείπνου, δεν διαβάζατε ψαλτήρι, δεν κάνατε κάτι τέτοιο;
– Αρχιμ. Φ.Κς: Ακριβώς· ένας αριθμός κομποσχοινιών αναπληρώνει την κάθε ακολουθία, με την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Ετσι κάνουν οι ησυχασταί...
– Μ.Μ.: Πόσα κομποσχοίνια, Γέροντα, είναι οι ακολουθίες αυτές από τη δύση του ηλίου ως την ανατολήν;
– Αρχιμ. Φ.Κς: Είκοσι πέντε με 30 τρακοσάρια. Η Θεία Λειτουργία είναι το μόνο που δεν αναπληρώνεται με κομποσχοίνια· δεν γίνεται ν’ αναπληρωθεί. Ολα τ’ άλλα αναπληρώνονται. Τη Θ. Λειτουργία την κάναμε μεσάνυκτα ακριβώς, αφού ολοκληρώνονταν οι ακολουθίες με τα κομποσχοίνια. Εκείνη την ώρα λοιπόν -εν τω μέσω της νυκτός- συγκεντρωνόμασταν στον κεντρικό Ναό του Αγίου Αρτεμίου και αρχίζαμε παράκληση, εν συνεχεία ώρες και ακολούθως Θεία Λειτουργίαν. Αν ήταν ημέρα που κοινωνούσαμε -Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο- διαβάζαμε τις ακολουθίες της Θείας Μεταλήψεως και των ωρών και μπαίναμε στη Θ. Λειτουργία· λειτουργούσε ο Γέροντας· μυσταγωγία! Αλησμόνητες εμπειρίες...
– Μ.Μ.: Πόσοι πατέρες ήσασταν τότε;
– Αρχιμ. Φ.Κς: Είχαμε φθάσει τους είκοσι πέντε.
– Μ.Μ.: Ο Αγιος Αρτέμιος πιο πέρα από το μοναστήρι όπου βρισκόμαστε δεν είναι;
– Αρχιμ. Φ.Κς: Μάλιστα· ούτε μία ώρα δεν είναι από εδώ, από τη Μονή Καρακάλλου· κατεύθυνση προς τη Μεγίστη Λαύρα. Είναι πίσω από ένα ύψωμα και δεν φαίνεται από εδώ.
– Μ.Μ.: Γέροντα, να επανέλθουμε στο ησυχαστικό πρόγραμμα της νυκτός, που ολοκληρωνόταν με τη Θεία Λειτουργία. Μετά το αντίδωρο τι κάνατε;
– Αρχιμ. Φ.Κς: Εν συνεχεία ανάπαυσις δύο με δυόμισι ώρες. Εγερσις ακολούθως και διακόνημα· ό,τι έκανε ο καθένας: Αγιογραφία, μαγειρείο, ζύμωμα ψωμιών και φούρνισμα, παρασκευή κολλύβων, ραπτική, προετοιμασία του ξύλου για τις εικόνες, αλλά κι εξωτερικά διακονήματα. Να σημειώσετε ότι η περιοχή αυτή έχει πολλές ελιές, έχει φουντουκιές, διάφορα οπωροφόρα και κήπους. Μερικοί από τους αδελφούς καταγίνονταν με τις εργασίες αυτές. Αλλοι επισκεύαζαν το κτίριον. Αλλοι μετέφεραν άμμο, πέτρες, υλικά. Μετά τα διακονήματα επακολουθούσε η τράπεζα και αμέσως μετά μεσημβρινή ανάπαυση, για ν’ αντέξουμε την ολονυκτίαν αγρυπνίαν.
– Μ.Μ.: Ως προς το φαγητό, πότε βάζατε λάδι;
– Αρχιμ. Φ.Κς: Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο και Κυριακή· Εκτός βεβαίως των νηστειών, που έχει ορίσει η Εκκλησία μας.
– Μ.Μ.: Πόσο μείνατε στον Αγιον Αρτέμιον;
– Αρχιμ. Φ.Κς: Περίπου δυόμισι χρόνια. Τότε κάλεσαν τον Γέροντά μας στην Ιερά Μονή Φιλοθέου, όπου πήγαμε κι εμείς μαζί του.
Μανώλης Μελινός, Θεολόγος συγγραφέας,διευθυντής Βιβλιοθήκης της Ι. Συνόδου

http://aktines.blogspot.gr/2013/11/blog-post_7487.html

Η ζωή της Παναγίας μας





















Η ζω­ή της Πα­να­γί­ας μας σκι­α­γρα­φεί­ται α­πό τους Ευ­αγ­γε­λι­στές, τα λει­τουρ­γι­κά βι­βλί­α της Εκ­κλη­σί­ας μας (συ­να­ξά­ρια και τρο­πά­ρια των Θε­ο­μη­το­ρι­κών ε­ορ­τών) και τους λό­γους των Α­γί­ων Πα­τέ­ρων. Αυ­τές εί­ναι οι πη­γές για το κεί­με­νο που α­κο­λου­θεί.
Οι γο­νείς της
Η Θε­ο­τό­κος ή­ταν κό­ρη του πλού­σιου κτη­νο­τρό­φου Ι­ω­α­κείμ και της Άν­νας, που κα­τα­γό­ταν α­πό το βα­σι­λι­κό γέ­νος του Δαυ­ίδ.
Ε­πει­δή ο Ι­ω­α­κείμ και η Άν­να ή­ταν ά­τε­κνοι (η Άν­να ή­ταν στεί­ρα), πα­ρα­κα­λού­σαν για πολ­λά χρό­νια το Θε­ό να τους χα­ρί­σει έ­να παι­δί, με την υ­πό­σχε­ση ό­τι το παι­δί που θα γεν­νη­θεί, θα το α­φι­ε­ρώ­σουν σ’ Αυ­τόν. Πρέ­πει να ση­μει­ω­θεί ό­τι η α­τε­κνί­α την ε­πο­χή ε­κεί­νη ή­ταν ντρο­πή-κα­τά­ρα για έ­να αν­δρό­γυ­νο και ό­λοι τους πε­ρι­φρο­νού­σαν μέ­σα στην κοι­νω­νί­α. Α­κό­μα και οι ι­ε­ρείς δεν δέ­χον­ταν τα δώ­ρα που πρό­σφε­ραν στο να­ό του Θε­ού, λό­γω της α­τε­κνί­ας τους. Εξ αι­τί­ας αυ­τού η μεν Άν­να πή­γε μέ­σα στον κή­πο τους, ο δε Ι­ω­α­κείμ α­νέ­βη­κε στο βου­νό και ε­κεί με δά­κρυ­α πα­ρα­κα­λού­σαν το Θε­ό να τους χα­ρί­σει έ­να παι­δί και να λύ­σει την α­τε­κνί­α τους. Και ο Θε­ός τους προ­μή­νυ­σε με τον αρ­χάγ­γε­λό Του Γα­βρι­ήλ ό­τι θα συλ­λά­βει η πρώ­ην ά­γο­νος και στεί­ρα Άν­να και θα γεν­νή­σει παι­δί ά­γιο.
Πράγ­μα­τι η Άν­να συ­νέ­λα­βε, και γέν­νη­σε τη Βα­σί­λισ­σα του κό­σμου. Η Εκ­κλη­σί­α μας ε­ορ­τά­ζει το γε­γο­νός αυ­τό της συλ­λή­ψε­ως στις 9 Δε­κεμ­βρί­ου: «η σύλ­λη­ψις της Α­γί­ας Άν­νης, μη­τρός της Υ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου».
Η Γέν­νη­ση της Θε­ο­τό­κου
Έ­τσι λοι­πόν συ­νε­λή­φθη και γεν­νή­θη­κε η α­γί­α Παρ­θέ­νος Μα­ρί­α· ό­χι βέ­βαι­α χω­ρίς σαρ­κι­κή συ­νά­φεια των γο­νέ­ων της. Γεν­νή­θη­κε σε εν­νέ­α μή­νες και, ναι μεν ή­ταν καρ­πός της υ­πο­σχέ­σε­ως του Θε­ού, αλ­λά έ­γι­νε με σπέρ­μα αν­δρός με τη συ­νεύ­ρε­ση των γο­νέ­ων της. Μό­νο ο Κύ­ριός μας Ι­η­σούς Χρι­στός γεν­νή­θη­κε α­πό την α­γί­α Παρ­θέ­νο Μα­ρί­α με τρό­πο α­νέκ­φρα­στο και α­νερ­μή­νευ­το, ό­πως Ε­κεί­νος Μό­νος γνω­ρί­ζει, χω­ρίς να υ­πάρ­χει το σαρ­κι­κό θέ­λη­μα.
Σύμ­φω­να με την πα­ρά­δο­ση, η Πα­να­γί­α γεν­νή­θη­κε στην Ι­ε­ρου­σα­λήμ. Μά­λι­στα οι πα­τέ­ρες της α­γι­ο­τα­φι­κής α­δελ­φό­τη­τας δεί­χνουν στους προ­σκυ­νη­τές τον τό­πο γέν­νη­σης της Θε­ο­τό­κου, που βρί­σκε­ται κον­τά στην προ­βα­τι­κή κο­λυμ­βή­θρα. Ο­νο­μά­στη­κε Μα­ριάμ (Μα­ρί­α ε­ξελ­λη­νι­σμέ­νο) που ση­μαί­νει Κυ­ρί­α, Ελ­πί­δα.
Η Εκ­κλη­σί­α μας ε­ορ­τά­ζει τη γέν­νη­ση της Θε­ο­τό­κου στις 8 Σε­πτεμ­βρί­ου: «το Γε­νέ­θλιον της Υ­πε­ρα­γί­ας Δε­σποί­νης η­μών Θε­ο­τό­κου και α­ει­παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας».
Η εί­σο­δος της Θε­ο­τό­κου στον Να­ό
Ό­ταν η Μα­ρί­α έ­φθα­σε τον τρί­το χρό­νο της η­λι­κί­ας της, την έ­φε­ραν οι γο­νείς της -σύμ­φω­να με την υ­πό­σχε­σή τους-στο Να­ό, και την πα­ρέ­δω­σαν στους ι­ε­ρείς. Σύμ­φω­να με το έ­θι­μο, τη συ­νό­δευ­σαν λαμ­πα­δο­φο­ρού­σες «παρ­θέ­ναι των Ε­βραί­ων».
Α­φού την πα­ρέ­λα­βε ο ι­ε­ρέ­ας και προ­φή­της Ζα­χα­ρί­ας, πα­τέ­ρας του Ι­ω­άν­νου Προ­δρό­μου,κι­νού­με­νος α­πό τη θεί­α βου­λή, την ο­δή­γη­σε στο ε­σω­τε­ρι­κό και α­γι­ώ­τε­ρο μέ­ρος του Να­ού, στα ά­για των Α­γί­ων. Ε­κεί έ­ζη­σε δώ­δε­κα χρό­νια και α­ξι­ω­νό­ταν κα­θη­με­ρι­νά θεί­ες φα­νε­ρώ­σεις, ε­νώ θεί­ος άγ­γε­λος-ο Αρ­χάγ­γε­λος Γα­βρι­ήλ-της έ­φερ­νε συ­νε­χώς ου­ρά­νια τρο­φή. Έ­τσι, ζών­τας μέ­σα στο χώ­ρο της α­γι­ό­τη­τας, ε­τοι­μα­ζό­ταν ο «έμ­ψυ­χος να­ός εις κα­τοί­κη­σιν του Κυ­ρί­ου».
Η Εκ­κλη­σί­α μας ε­ορ­τά­ζει το γε­γο­νός με την ε­ορ­τή των Ει­σο­δί­ων στις 21 Νο­εμ­βρί­ου: «μνή­μη της εν τω Να­ώ Ει­σό­δου της Θε­ο­μή­το­ρος»
Ο Ευ­αγ­γε­λι­σμός της Θε­ο­τό­κου
Ό­ταν η Μα­ρί­α έ­γι­νε δε­κα­πέν­τε ε­τών, οι γο­νείς της εί­χαν κοι­μη­θεί, γι’ αυ­τό οι ι­ε­ρείς φρόν­τι­σαν να την α­πο­κα­τα­στή­σουν. Προ­έ­κρι­ναν ως κα­ταλ­λη­λό­τε­ρο τον δί­και­ο Ι­ω­σήφ. Η Γρα­φή τον ο­νο­μά­ζει Δί­και­ο: «Ι­ω­σηφ δε ο α­νήρ αυ­τής, δί­και­ος ων..­.» (Ματθ. α­’;­19), που ση­μαί­νει πως εί­χε ό­λες τις α­ρε­τές. Ο Γέ­ρον­τας Ι­ω­σήφ ή­ταν χή­ρος και πα­τέ­ρας με ε­πτά παι­διά α­πό άλ­λη γυ­ναί­κα. Αυ­τά εί­ναι τα «θε­τά» ά­δέλ­φια του Ι­η­σού και ό­χι παι­διά της Θε­ο­τό­κου, η ο­ποί­α εί­ναι Α­ει­πάρ­θε­νος, πα­ρέ­μει­νε δη­λα­δή Παρ­θέ­νος και με­τά τη γέν­νη­ση του Κυ­ρί­ου και πο­τέ δεν ήλ­θε σε σαρ­κι­κή ε­πα­φή με τον Ι­ω­σήφ, ό­πως βλά­σφη­μα δι­δά­σκουν οι προ­τε­στάν­τες και άλ­λοι αι­ρε­τι­κοί. Έ­τσι ο αρ­ρα­βώ­νας ή­ταν α­πα­ραί­τη­τος, για να κα­λυ­φθεί η υ­περ­φυ­σι­κή γέν­νη­ση του Ι­η­σού με την πα­ρου­σί­α του Ι­ω­σήφ.
Ο Ι­ω­σήφ πα­ρέ­λα­βε τη Μα­ριάμ και ήρ­θε στη Να­ζα­ρέτ. Τον τέ­ταρ­το μή­να με­τά την έ­ξο­δό της α­π’ το Να­ό, ο Αρ­χάγ­γε­λος Γα­βρι­ήλ πα­ρου­σι­ά­στη­κε μπρο­στά της λέ­γον­τάς: «Χαί­ρε, κε­χα­ρι­τω­μέ­νη, ο Κύ­ριος με­τά σου, ευ­λο­γη­μέ­νη συ εν γυ­ναι­ξί..­.­».
Η Μα­ριάμ α­κού­γον­τας το χαι­ρε­τι­σμό τα­ρά­χτη­κε. «Μη φο­βά­σαι» της λέ­γει ο Αρ­χάγ­γε­λος «Μη φο­βού Μα­ριάμ εύ­ρες γαρ χά­ριν πα­ρά τω Θε­ώ» (Λουκ. α­’28-30). Γι’ αυ­τό θα συλ­λά­βεις και θα γεν­νή­σεις Υι­ό και θα τον ο­νο­μά­σεις Ι­η­σού. «Και ι­δού συλ­λή­ψη εν γα­στρί και τέ­ξη υι­όν, και κα­λέ­σεις το ό­νο­μα αυ­τού Ι­η­σούν» (Λουκ. α­’­31).
Η Παρ­θέ­νος στο ά­κου­σμα αυ­τό ρω­τά­ει τον άγ­γε­λο: «Πως έ­σται μοι τού­το; Ε­πεί άν­δρα ου γι­νώ­σκω;» (Πως θα γί­νει αυ­τό, α­φού δεν γνω­ρί­ζω σαρ­κι­κά άν­τρα;­). Καί ο άγ­γε­λος της λύ­νει την α­πο­ρί­α λέ­γον­τάς της: «Πνεύ­μα Ά­γιον ε­πε­λεύ­σε­ται ε­πί σε και δύ­να­μις Υ­ψί­στου ε­πι­σκιά­σει σοι» (Λουκ. α­’­35) (Θα έλ­θει σε σέ­να το Ά­γιο Πνεύ­μα και θα σε σκε­πά­σει η Δύ­να­μη του Υ­ψί­στου).
Τό­τε η Παρ­θέ­νος, α­πο­κρί­θη­κε προς τον άγ­γε­λο: «­Ι­δου η δού­λη Κυ­ρί­ου, γέ­νοι­τό μοι κα­τά το ρή­μά σου»­.(Λουκ. α­’­37) (Να η δού­λη του Κυ­ρί­ου, ας γί­νει σ’ ε­μέ­να σύμ­φω­να με τον λό­γο σου).
Α­πό ε­κεί­νη τη στιγ­μή ο Κύ­ριος μας Ι­η­σούς Χρι­στός σαρ­κώ­θη­κε στη μή­τρα της α­ει­παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας γί­α τη σω­τη­ρί­α του αν­θρώ­πι­νου γέ­νους.
Η Εκ­κλη­σί­α μας ε­ορ­τά­ζει τον Ευ­αγ­γε­λι­σμό στις 25 Μαρ­τί­ου: «ο Ευ­αγ­γε­λι­σμός της Υ­πε­ρα­γί­ας Δε­σποί­νης η­μών Θε­ο­τό­κου και α­ει­παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας».
panagia eelisabet.jpg
Η Μα­ριάμ ε­πι­σκέ­πτε­ται την Ε­λι­σά­βετ
Η μα­κα­ρί­α Παρ­θέ­νος Μα­ριάμ, έ­χον­τας μέ­σα στα σπλά­χνα της Αυ­τόν που δεν τον χω­ρά­ει το σύμ­παν, έ­φυ­γε βι­α­στι­κά α­πό τη Να­ζα­ρέτ για κά­ποι­α πό­λη στα ο­ρει­νά της Ι­ου­δαί­ας, ό­που κα­τοι­κού­σε το ευ­λο­γη­μέ­νο αν­δρό­γυ­νο, ο Ζα­χα­ρί­ας με την Ε­λι­σά­βετ. Σκο­πός της ή­ταν να βρει την Ε­λι­σά­βετ, που ή­ταν συγ­γε­νής της, και να την συγ­χα­ρεί για την εγ­κυ­μο­σύ­νη της γε­ρον­τι­κής της η­λι­κί­ας, την ο­ποί­α πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε α­πό τον άγ­γε­λο «και ι­δού Ε­λι­σά­βετ η συγ­γε­νής σου και αυ­τή συ­νει­λη­φυί­α υι­όν εν γή­ρει αυ­τής, και
ού­τος μην έ­κτος ε­στίν αυ­τή τη κα­λου­μέ­νη στεί­ρα»(Λουκ. α 38) (και να που η Ε­λι­σά­βετ η συγ­γε­νής σου έ­χει συλ­λά­βει και αυ­τή γιο στα γη­ρα­τειά της, και αυ­τός εί­ναι ο έ­κτος μή­νας της εγ­κυ­μο­σύ­νης γι’ αυ­τήν που τη φω­νά­ζα­νε στεί­ρα). Πε­ρισ­σό­τε­ρο ό­μως ή­θε­λε να της δι­η­γη­θεί τα με­γά­λα και θαυ­μα­στά που ευ­δό­κη­σε και έ­κα­με σ’ αυ­τήν ο παν­το­δύ­να­μος Θε­ός. «Και ε­γέ­νε­το ως ή­κου­σεν η Ε­λι­σά­βετ τον α­σπα­σμόν της Μα­ρί­ας, ε­σκίρ­τη­σε το βρέ­φος εν τη κοι­λί­α αυ­τής». Η Ε­λι­σά­βετ μό­λις ά­κου­σε τον χαι­ρε­τι­σμό της Παρ­θέ­νου αι­σθάν­θη­κε ό­τι το ε­ξά­μη­νο βρέ­φος στα σπλά­χνα της σκίρ­τη­σε α­πό χα­ρά. Και με το σκίρ­τη­μα αυ­τό ο Ι­ω­άν­νης ο Πρό­δρο­μος, πριν ά­κό­μα δει το φως του αι­σθη­τού η­λί­ου, προ­φη­τεύ­ει την α­να­το­λή του νο­η­τού Η­λί­ου (του Χρι­στού). Α­μέ­σως τό­τε η γε­ρόν­τισ­σα Ε­λι­σά­βετ, με το φω­τι­σμό του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ά­να­γνώ­ρι­σε την Παρ­θέ­νο Μα­ριάμ σαν Μη­τέ­ρα του Κυ­ρί­ου και Θε­ού μας και δο­ξο­λό­γη­σε με­γα­λό­φω­να το Χρι­στό που έ­φε­ρε στα σπλά­χνα της: «και πό­θεν μοι τού­το ί­να έλ­θη η μή­τηρ του Κυ­ρί­ου μου προς με;» (Λουκ. α 43). Και η Παρ­θέ­νος Μα­ρί­α πλημ­μυ­ρι­σμέ­νη α­πό την α­γαλ­λί­α­ση που της έ­δω­σε το Ά­γιο Πνεύ­μα, έ­ψαλ­λε την -ο­νο­μα­σθεί­σα- ω­δή της Θε­ο­τό­κου: «Με­γα­λύ­νει η ψυ­χή μου τον Κύ­ριον και η­γαλ­λί­α­σε το πνεύ­μα μου ε­πί τω Θε­ώ τω σω­τή­ρί μου..­.» (Λουκ. α ­46-47).

Στη συ­νέ­χεια η Μα­ριάμ έ­μει­νε τρεις μή­νες κον­τά στην Ε­λι­σά­βετ,και έ­πει­τα ε­πέ­στρε­ψε στο σπί­τι της. «Έ­μει­νε δε Μα­ριάμ συν αυ­τή ω­σεί μή­νας τρεις και υ­πέ­στρε­ψεν εις τον οί­κον αυ­τής» (Λουκ. α­’­56).
iosif.jpg
Οι αμ­φι­βο­λί­ες του Ι­ω­σήφ και η δι­ά­λυ­σή τους α­πό τον άγ­γε­λο.
Ο Ι­ω­σήφ,με­τά α­πό λί­γο και­ρό, προ­βλη­μα­τί­ζε­ται έν­το­να δι­ό­τι «πριν η συ­νελ­θείν αυ­τούς ευ­ρέ­θη εν γα­στρί έ­χου­σα εκ Πνεύ­μα­τός Α­γί­ου»(Ματθ. α 18­). Αν­θρώ­πι­να ερ­μη­νεύ­ον­τας την α­δι­και­ο­λό­γη­τη εγ­κυ­μο­σύ­νη της Πα­να­γί­ας, α­πο­φα­σί­ζει να την δι­ώ­ξει μυ­στι­κά. Ε­πει­δή ή­ταν «δί­και­ος», δεν ή­θε­λε να την δι­α­πομ­πεύ­σει πα­ρα­δειγ­μα­τι­κά, ό­πως προ­έ­βλε­πε ο νό­μος. «Ι­ω­σηφ δε ο α­νήρ αυ­τής, δί­και­ος ων και μη θέ­λων αυ­τήν πα­ρα­δειγ­μα­τί­σαι, ε­βου­λή­θη λά­θρα α­πο­λύ­σαι αυ­τήν»(Ματθ. α­’­19).
Τό­τε πα­ρου­σι­ά­ζε­ται στον Ι­ω­σήφ άγ­γε­λος Κυ­ρί­ου και του λέ­ει: «­Ι­ω­σηφ, υι­ός Δαυ­ίδ μη φο­βη­θής πα­ρα­λα­βείν Μα­ριάμ την γυ­ναί­κά σου, το γαρ εν αυ­τή γεν­νη­θέν εκ Πνεύ­μα­τός ε­στιν Α­γί­ου»(Ματθ. α­’20). Έ­τσι ο Ι­ω­σήφ έ­κα­νε ό­πως τον δι­έ­τα­ξε ο άγ­γε­λος και, α­φού πα­ρέ­λα­βε την Παρ­θέ­νο στο σπί­τι του, «ουκ ε­γί­νω­σκεν αυ­τήν» (Ματθ. α­’­25), δεν την γνώ­ρι­σε σαρ­κι­κά πο­τέ ως σύ­ζυ­γο, ού­τε και ό­ταν γέν­νη­σε τον πρω­τό­το­κο και μο­να­δι­κό γιο της, τον Ι­η­σού.
gennesis.jpg
Το τα­ξί­δι στη Βη­θλε­έμ και η γέν­νη­σις του Κυ­ρί­ου
Με το δι­ά­ταγ­μα του αυ­το­κρά­το­ρα Καί­σα­ρα Αυ­γού­στου να α­πο­γρα­φεί ό­λος ο πλη­θυ­σμός που ή­ταν κά­τω α­πό την Ρω­μα­ϊ­κή κυ­ρι­αρ­χί­α, ο Ι­ω­σήφ και η εγ­κυ­μο­νού­σα Μα­ριάμ έ­πρε­πε να α­πο­γρα­φούν στον τό­πο της κα­τα­γω­γής τους, στη Βη­θλε­έμ της Ι­ου­δαί­ας. «Ε­ξηλ­θε δόγ­μα πα­ρά Καί­σα­ρος Αυ­γού­στου α­πο­γρά­φε­σθαι πά­σαν την οι­κου­μέ­νην»(Λουκ. β’1). Έ­τσι ύ­στε­ρα α­πό έ­να κου­ρα­στι­κό τα­ξί­δι, φθά­νουν στη Βη­θλε­έμ. «’;­Α­νε­βη δε και ο Ι­ω­σήφ α­πό της Γα­λι­λαί­ας, εκ πό­λε­ως Να­ζα­ρέτ εις την Ι­ου­δαί­αν εις πό­λιν Δαυ­ίδ ή­τις κα­λεί­ται Βη­θλε­έμ, δια το εί­ναι αυ­τόν εξ οί­κου και πα­τριάς Δαυ­ίδ» (Λουκ. β’4).
Λό­γω της πλη­θώ­ρας των α­πο­γρα­φο­μέ­νων, δε βρί­σκουν που­θε­νά κα­τά­λυ­μα. «Ουκ ην αυ­τοίς τό­πος εν τω κα­τα­λύ­μα­τι»(Λουκ. β’6).
Μό­νο σ’ έ­να σταύ­λο βρή­καν λί­γο χώ­ρο για την πα­ρα­μο­νή τους.
Ε­κεί θέ­λη­σε να γεν­νη­θεί ο φι­λάν­θρω­πος και τα­πει­νός Κύ­ριος, ο Λυ­τρω­τής του κό­σμου, ό­που και τον σπαρ­γά­νω­σε η Θε­ο­τό­κος σε μια φάτ­νη των ζώ­ων για να ζε­στα­θεί. «Ε­κει ε­πλή­σθη­σαν αι η­μέ­ραι του τε­κείν αυ­τήν, και έ­τε­κε τον υι­όν αυ­τής τον πρω­τό­το­κον, και ε­σπαρ­γά­νω­σεν αυ­τόν και α­νέ­κλι­νεν αυ­τόν εν τη φάτ­νη»(Λουκ. β’6-7). Ε­κεί τον προ­σκύ­νη­σαν και οι ποι­μέ­νες.
peritomi.jpg
Η πε­ρι­το­μή του Κυ­ρί­ου
Σε ο­κτώ μέ­ρες α­πό τη γέν­νη­ση, η Παρ­θέ­νος και ο Ι­ω­σήφ έ­κα­ναν, σύμ­φω­να με το νό­μο, την πε­ρι­το­μή του παι­διού και του έ­δω­σαν το ό­νο­μα «­Ι­η­σους». «Και ό­τε ε­πλή­σθη­σαν η­μέ­ραι ο­κτώ του πε­ρι­τε­μείν το παι­δί­ον, και ε­κλή­θη το ό­νο­μα αυ­τού Ι­η­σούς, το κλη­θέν υ­πό του αγ­γέ­λου προ του συλ­λη­φθή­ναι αυ­τόν εν τη κοι­λί­α» (Λουκ. Β’21).
Η Εκ­κλη­σί­α μας ε­ορ­τά­ζει το γε­γο­νός αυ­τό στις 1 Ι­α­νου­α­ρί­ου.
sarantismos+ ypapanti xr.jpg
Ο σα­ραν­τι­σμός της Θε­ο­τό­κου με τον Ι­η­σού
Σα­ράν­τα μέ­ρες με­τά τη γέν­νη­σή Του, ο Ι­η­σούς σύμ­φω­να με τον Ι­ου­δα­ϊ­κό νό­μο ο­δη­γεί­ται για πρώ­τη φο­ρά στα Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα, στο να­ό του Θε­ού, για να σα­ραν­τί­σει. Η Παρ­θέ­νος ε­δώ συ­ναν­τά τον πρε­σβύ­τη Συ­με­ών, που πα­ρα­κα­λού­σε το Θε­ό να μην πε­θά­νει πριν δει το Μεσ­σί­α: «Νυν, α­πο­λύ­εις τον δού­λόν σου, Δέ­σπο­τα, κα­τά το ρή­μα σου εν ει­ρή­νη, ό­τι εί­δον οι ο­φθαλ­μοί μου το σω­τή­ριόν σου, ο η­τοί­μα­σας κα­τά πρό­σω­πον πάν­των των λα­ών, φως εις α­πο­κά­λυ­ψιν ε­θνών και δό­ξαν λα­ού σου Ισ­ρα­ήλ». Τώ­ρα, Κύ­ρι­ε, ας πε­θά­νω, για­τί εί­δα με τα μά­τια μου τον Σω­τή­ρα μας, α­νέ­κρα­ξε.
Με­τά κοι­τά­ζει τη Θε­ο­τό­κο και της λέ­γει: «Ού­τος κεί­ται εις πτώ­σιν και α­νά­στα­σιν πολ­λών εν τω Ισ­ρα­ήλ και εις ση­μεί­ον αν­τι­λε­γό­με­νον»(Λουκ. β’;­34). (Αυ­τός θα γί­νει αι­τί­α να πέ­σουν και να ση­κω­θούν πολ­λοί στο Ισ­ρα­ήλ και θα προ­κα­λέ­σει δι­χο­γνω­μί­α). Και συ­νε­χί­ζει για την Πα­να­γί­α: «Και σου δε αυ­τής την ψυ­χήν δι­ε­λεύ­σε­ται ρομ­φαί­α»(Λουκ. β’;­35). (και σέ­να την ψυ­χή σου θα την δι­α­πε­ρά­σει πό­νος ο­ξύς, σα σπα­θιά), υ­πο­νο­ών­τας τη σταύ­ρω­ση του Γιου της. Η Εκ­κλη­σί­α μας ε­ορ­τά­ζει το γε­γο­νός με την ε­ορ­τή της Υ­πα­παν­τής, στις 2 Φε­βρου­α­ρί­ου: «η Υ­πα­παν­τή του Κυ­ρί­ου η­μών Ι­η­σού Χρι­στού, εν η ε­δέ­ξα­το Αυ­τόν εις τας αγ­κά­λας αυ­τού ο Δί­και­ος Συ­με­ών»
Proskinisi_Magon.jpg
Η προ­σκύ­νη­ση των Μά­γων
Με­τά τη γέν­νη­ση του Ι­η­σού και τον σα­ραν­τι­σμό, η Θε­ο­τό­κος με τον Ι­ω­σήφ πα­ρέ­μει­ναν στη Βη­θλε­έμ. Στο δι­ά­στη­μα αυ­τό, «μά­γοι α­πό α­να­το­λών πα­ρε­γέ­νον­το εις Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα»(Ματθ. β’1).
Με­τά την προ­σκύ­νη­ση του Κυ­ρί­ου, οι Μά­γοι ε­πι­στρέ­φουν στην πα­τρί­δα τους, για­τί άγ­γε­λος Κυ­ρί­ου τους ει­δο­ποί­η­σε να φύ­γουν α­πό άλ­λο δρό­μο και να μη πά­νε στον Η­ρώ­δη, που ή­θε­λε να σκο­τώ­σει τον Ι­η­σού. «Και χρη­μα­τι­σθέν­τες κα­τ’; ό­ναρ μη α­να­κάμ­ψαι προς Η­ρώ­δην, δι’ άλ­λης ο­δού α­νε­χώ­ρη­σαν εις την χώ­ραν αυ­τών»(Ματθ. β’ 12).
figi egypt.jpg
Η φυ­γή στην Αί­γυ­πτο
Πριν ο Η­ρώ­δης δι­α­τά­ξει τη σφα­γή των νη­πί­ων «α­πό δι­ε­τούς και κα­τω­τέ­ρω, κα­τά τον χρό­νον, ον η­κρί­βω­σε πα­ρά των μά­γων»(Ματθ. β’ ­16), άγ­γε­λος Κυ­ρί­ου πα­ρου­σι­ά­ζε­ται «κα­τ’ ό­ναρ» στον Ι­ω­σήφ και του λέ­γει: «Να πά­ρεις το παι­δί και τη μη­τέ­ρα Του και να φύ­γεις στην Αί­γυ­πτο. Να μεί­νεις ε­κεί, έ­ως ό­του θα σε ε­νη­με­ρώ­σω. Ο Η­ρώ­δης θέ­λει να σκο­τώ­σει το παι­δί». «Πα­ρά­λα­βε το παι­δί­ον και την μη­τέ­ρα αύ­τού και φεύ­γε εις Αί­γυ­πτον, και ί­σθι ε­κεί, έ­ως αν εί­πω σοι. Μέλ­λει γαρ Η­ρώ­δης ζη­τείν το παι­δί­ον του α­πο­λέ­σαι αυ­τό»(Ματθ. β’ ­13).
Πράγ­μα­τι, ο Ι­ω­σήφ ξύ­πνη­σε α­μέ­σως τη Θε­ο­τό­κο και έ­φυ­γαν μέ­σα στο σκο­τά­δι σαν πρό­σφυ­γες. Έ­φτα­σαν στην Αί­γυ­πτο και έ­μει­ναν ε­κεί μέ­χρι το θά­να­το του Η­ρώ­δη: «Ο δε ε­γερ­θείς πα­ρέ­λα­βε το παι­δί­ον και την μη­τέ­ρα αυ­τού νυ­κτός και α­νε­χώ­ρη­σεν εις Αί­γυ­πτον, και ην ε­κεί έ­ως της τε­λευ­τής Η­ρώ­δου»(Ματθ. β’ ­14-15).
Σή­με­ρα στο πα­λαι­ό Κά­ι­ρο, κον­τά στο μο­να­στή­ρι του Α­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου, βρί­σκε­ται το σπή­λαι­ο με το πη­γά­δι, ό­που έ­μει­νε η α­γί­α οι­κο­γέ­νεια κα­τά τη διά­ρκεια της δι­α­μο­νής της στην Αί­γυ­πτο.
Με­τά το θά­να­το του Η­ρώ­δη και ύ­στε­ρα α­πό ει­δο­ποί­η­ση του αγ­γέ­λου η α­γί­α οι­κο­γέ­νεια ε­πέ­στρε­ψε «εις γην Ισ­ρα­ήλ», ό­που εγ­κα­τα­στά­θη­κε και πά­λι στη Να­ζα­ρέτ: «Και ελ­θών κα­τώ­κη­σεν εις πό­λιν λε­γο­μέ­νην Να­ζα­ρέτ, ό­πως πλη­ρω­θή το ρη­θέν δια των προ­φη­τών, ό­τι Να­ζω­ραί­ος κλη­θή­σε­ται»(Ματθ. β’­23). Ε­δώ ο γέ­ρον­τας Ι­ω­σήφ ερ­γα­ζό­ταν ως ξυ­λουρ­γός και α­πό μι­κρός ο Ι­η­σούς τον βο­η­θού­σε, ε­νώ πα­ράλ­λη­λα «ηύ­ξα­νε και ε­κρα­ται­ού­το πνεύ­μα­τι»(Λουκ. β’­40).
Ο Ι­η­σούς δω­δε­κά­χρο­νος στα Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα
Η Παρ­θέ­νος και ο Ι­ω­σήφ, ως κα­λοί Ι­ου­δαί­οι, α­νέ­βαι­ναν μια φο­ρά το χρό­νο στα Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα, για να προ­σκυ­νή­σουν στο να­ό. Ό­ταν ο Ι­η­σούς έ­γι­νε δώ­δε­κα χρό­νων, τον πή­ραν μα­ζί τους, σύμ­φω­να με τα Ι­ου­δα­ϊ­κά έ­θι­μα: «Και ε­πο­ρεύ­ον­το οι γο­νείς αυ­τού κα­τ’; έ­τος εις Ι­ε­ρου­σα­λήμ τη ε­ορ­τή του Πά­σχα και ό­τε ε­γέ­νε­το ε­τών δώ­δε­κα α­να­βάν­των αυ­τών εις Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα κα­τά το έ­θος της ε­ορ­τής..­.­»(Λουκ. β’­41-42). Ε­κεί στο Να­ό πα­ρέ­μει­νε ο μι­κρός Ι­η­σούς, δι­α­φεύ­γον­τας α­πό την προ­σο­χή των γο­νέ­ων του, ό­που συ­νέ­βη το θαυ­μα­στό γε­γο­νός της δι­δα­σκα­λί­ας του δω­δε­κά­χρο­νου Ι­η­σού προς τους δι­δα­σκά­λους και ο δι­ά­λο­γός Του με την Πα­να­γί­α μη­τέ­ρα Του: «Παι­δί μου, για­τί μας έ­κα­νες έ­τσι; Να που ο πα­τέ­ρας σου κι ε­γώ με πό­νο σε α­να­ζη­τού­σα­με. Και εί­πε προς αυ­τούς: Για­τί με α­να­ζη­τού­σα­τε; Δε γνω­ρί­ζα­τε ό­τι στο σπί­τι του Πα­τέ­ρα μου πρέ­πει να εί­μαι;» (Λουκ. β ­48-49). Και η Θε­ο­τό­κος, συ­νε­χί­ζει το κεί­με­νο του ευ­αγ­γε­λι­στή Λου­κά, «δι­ε­τή­ρει πάν­τα τα ρή­μα­τα ταύ­τα εν τη καρ­δί­α αυ­τής» Και ο Ι­η­σούς «κα­τέ­βη με­τ’ αυ­τών και ήλ­θεν εις Να­ζα­ρέτ, και ην υ­πο­τασ­σό­με­νος αυ­τοίς»(Λουκ. β’ 51).
cana-wedding.jpg
Στον γά­μο της Κα­νά
Η Θε­ο­τό­κος α­κο­λού­θη­σε τον Ι­η­σού σ’ ό­λες τις ευ­αγ­γε­λι­κές Του ο­δοι­πο­ρί­ες κα­τά τη διά­ρκεια της δη­μό­σιας ζω­ής Του,με­τά τη βά­πτι­σή Του. Εί­ναι ό­μως πάν­το­τε η σι­ω­πη­λή πα­ρου­σί­α που κι­νεί­ται με υ­πα­κο­ή και πλή­ρη εμ­πι­στο­σύ­νη στον Θε­άν­θρω­πο Κύ­ριο και Υι­ό της.
Τε­λευ­ταί­οι λό­γοι της Πα­να­γί­ας πα­ρου­σι­ά­ζον­ται στα Ευ­αγ­γέ­λια στον γά­μο της Κα­νά: «γά­μος ε­γέ­νε­το εν Κα­νά της Γα­λι­λαί­ας και ην η μή­τηρ του Ι­η­σού ε­κεί.­»(Ί­ω. β 1). Και ε­πει­δή έ­λει­ψε το κρα­σί «λέ­γει η μή­τηρ του Ι­η­σού προς αυ­τόν· οί­νον ουκ έ­χου­σι. Λέ­γει αυ­τή ο Ι­η­σούς· τι ε­μοί και συ γύ­ναι; Ού­πω η­κει η ώ­ρα μου. Λέ­γει η μή­τηρ αυ­τού τοις δι­α­κό­νοις· ο,τι αν λέ­γη υ­μίν, ποι­ή­σα­τε» (Ί­ω. β 3-5). Η Πα­να­γί­α μας κα­τά­λα­βε ό­τι τα λό­για αυ­τά του Χρι­στού δεν ή­ταν άρ­νη­ση, γι’ αυ­τό συμ­βού­λε­ψε τους υ­πη­ρέ­τες «να κά­νε­τε ο,τι σας πει». Και με­τά α­πό λί­γο συ­νέ­βη η θαυ­μα­στή με­τα­τρο­πή του νε­ρού σε κρα­σί, το πρώ­το θαύ­μα της δη­μό­σιας ζω­ής του Κυ­ρί­ου μας. Αυ­τή η τε­λευ­ταί­α φρά­ση της Πα­να­γί­ας μας θε­ω­ρεί­ται ‘­η Δι­α­θή­κη της Θε­ο­τό­κου­’, η πα­ρα­κα­τα­θή­κη της για ό­λους τους χρι­στια­νούς ό­λων των αι­ώ­νων.
«Με­τά τού­το κα­τέ­βη εις Κα­περ­να­ούμ αυ­τός και η μή­τηρ αυ­τού και οι α­δελ­φοί αυ­τού και οι μα­θη­ταί αυ­τού, και ε­κεί έ­μει­ναν ου πολ­λάς η­μέ­ρας » (Ί­ω. β 12). Α­πό τό­τε η Θε­ο­τό­κος στα Ευ­αγ­γέ­λια εί­ναι η σι­ω­πη­λή πα­ρου­σί­α που α­κο­λου­θεί, συμ­πο­ρεύ­ε­ται και συμ­πά­σχει με τον Χρι­στό.
staurosi.jpg
anastasi.jpg
Σταυ­ρός και Α­νά­στα­ση
Ευ­ρι­σκό­με­νη κά­τω α­π’ τον Σταυ­ρό, πά­νω στο Γολ­γο­θά, αι­σθά­νε­ται σαν να τη δι­α­περ­νά ρομ­φαί­α, κα­τά την προ­φη­τεί­α του α­γί­ου Συ­με­ών o 8rinos tis panagias-1.jpgτου Θε­ο­δό­χου.
Ου­σι­α­στι­κά δεν συμ­πα­ρί­στα­ται μό­νο στο δρά­μα πά­νω στο Γολ­γο­θά, αλ­λά συμ­με­τέ­χει στον πό­νο του Γιου της και Θε­ού της. Δι­πλός ο πό­νος και η πί­κρα. «Ει­στή­κει­σαν δε πα­ρά τω Σταυ­ρώ του Ι­η­σού η μή­τηρ αυ­τού και η α­δελ­φή της μη­τρός αυ­τού, Μα­ρί­α η του Κλω­πά και Μα­ρί­α η Μα­γδα­λη­νή»(Ι­ω. ι­θ’ ­25).
Σι­ω­πη­λή α­κού­ει να της λέ­ει ο Γιος της: «Γύ­ναι, ί­δε ο υι­ός σου» και να της δεί­χνει τον α­γα­πη­μέ­νο του μα­θη­τή Ι­ω­άν­νη. Και να λέ­ει στο μα­θη­τή του: «­Ι­δου η μή­τηρ σου». Και α­πό την ώ­ρα ε­κεί­νη, «έ­λα­βεν ο μα­θη­τής αυ­τήν εις τα ί­δια» ( Ι­ω. ι­θ’;­26-27). Δη­λα­δή πή­ρε την Πα­να­γί­α στο σπί­τι του, για να την προ­στα­τέ­ψει σαν μη­τέ­ρα του.
Την ε­πο­μέ­νη του Σαβ­βά­του προς την Κυ­ρια­κή η Πα­να­γί­α μα­ζί με τις άλ­λες μυ­ρο­φό­ρες γυ­ναί­κες πή­γαν στον τά­φο του Ι­η­σού να Τον α­λεί­ψουν με α­ρώ­μα­τα.
Μό­λις έ­φτα­σαν στον τά­φο, εί­δαν τον άγ­γε­λο Κυ­ρί­ου και το κε­νό μνή­μα και πρώ­τη ά­κου­σε το χαρ­μό­συ­νο γε­γο­νός της Α­νά­στα­σης: «Και ει­σελ­θού­σαι εις το μνη­μεί­ον εί­δον νε­α­νί­σκον κα­θή­με­νον εν τοις δε­ξιοίς, πε­ρι­βε­βλη­μέ­νον στο­λήν λευ­κήν, και ε­ξε­θαμ­βή­θη­σαν. Ο δε λέ­γει αυ­ταίς, μη εκ­θαμ­βεί­σθε. Ι­η­σούν ζη­τεί­τε τον Να­ζα­ρη­νόν, τον ε­σταυ­ρω­μέ­νον. η­γέρ­θη, ουκ έ­στιν ώ­δε. ί­δε ο τό­πος, ό­που έ­θη­καν αυ­τόν»(Μαρκ. ι­στ’ 5-6).
Ό­ταν ε­πέ­στρε­φαν α­πό τον τά­φο, πρώ­τη τον άν­τί­κρυ­σε και τον προ­σκύ­νη­σε, κα­θώς φα­νε­ρώ­θη­κε ο Κύ­ριος λέ­γον­τας τον πρώ­το λό­γο Του με­τά την Α­να­στα­ση: «Χαί­ρε­τε»!
Pentecost.jpg
Η Πα­να­γί­α κον­τά στους Α­πο­στό­λους και την Πεν­τη­κο­στή
Α­πό τις πρά­ξεις των Α­πο­στό­λων γνω­ρί­ζου­με ό­τι η Πα­να­γί­α πα­ρέ­μει­νε κον­τά τους μέ­χρι την η­μέ­ρα της Πεν­τη­κο­στής: «Πάν­τες ή­σαν προ­σκαρ­τε­ρούν­τες ο­μο­θυ­μα­δόν τη προ­σευ­χή και τη δε­ή­σει συν γυ­ναι­ξί και Μα­ρί­α τη μη­τρί του Ι­η­σού»(Πραξ. α­’ ­14). Και κα­τό­πιν βέ­βαι­α, σύμ­φω­να με την α­πο­στο­λι­κή πα­ρά­δο­ση, η Θε­ο­τό­κος α­πό το σπί­τι της στη Γεθ­ση­μα­νή, πάν­το­τε στή­ρι­ζε, συμ­βού­λευ­ε και προ­σευ­χό­ταν για την πρώ­τη Έκ­κλη­σία και τους α­γί­ους α­πο­στό­λους που ευ­αγ­γε­λί­ζον­ταν την οι­κου­μέ­νη.
Η η­λι­κί­α της Θε­ο­τό­κου, σύμ­φω­να με τους Α­γί­ους Πα­τέ­ρες
Η Πα­να­γί­α ό­ταν μπή­κε στο Να­ό ή­ταν τρι­ών ε­τών· έ­μει­νε στο ι­ε­ρό δώ­δε­κα χρό­νια,δε­κα­πέν­τε ε­τών· τρεις μή­νες α­φού βγή­κε α­πό το ι­ε­ρό μέ­χρι τον Ευ­αγ­γε­λι­σμό και εν­νέ­α μή­νες κυ­ο­φο­ρί­α, δε­κα­έ­ξη ε­τών γεν­νά τον Χρι­στό. Έ­ζη­σε με τον Χρι­στό τριά­ντα δύ­ο χρό­νους,ά­ρα σα­ραν­τα­ο­κτώ ε­τών ζει την Σταύ­ρω­ση, την Α­νά­στα­ση και την Α­νά­λη­ψή Του. Έ­ζη­σε με­τά α­π’ την Πεν­τη­κο­στή άλ­λα έν­τε­κα χρό­νια και ε­κοι­μή­θη στη Γεθσημανή, σε ηλικία πενήντα εννέα ετών.

https://oparadeisos.wordpress.com/2010/12/29/%CE%B7-%CE%B6%CF%89%CE%AE-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B1%CF%82/#more-4598

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2016

Άγιος Παίσιος: "Να ξέρετε, η κατάρα των γονέων πιάνει πολύ, ακόμη και η αγανάκτησή τους".














Και να μην το καταρασθή ο γονιός το παιδί, αλλά μόνο να αγανακτήση μαζί του, το παιδί δεν βλέπει άσπρη μέρα, η ζωή του είναι όλο βάσανα. Ταλαιπωρείται πολύ σ' αυτήν την ζωή. Φυσικά, στην άλλη ζωή ξελαφρώνει, γιατί ξοφλάει εδώ μερικά. Γίνεται αυτό που λέει ο Αββάς Ισαάκ: “Τρώει την κόλαση” (3), λιγοστεύει δηλαδή την κόλαση με τις ταλαιπωρίες εδώ, σ' αυτήν την ζωή. Γιατί ταλαιπωρία σ' αυτήν την ζωή τρώει την κόλαση. Δηλαδή, όταν λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι, αφαιρείται λίγο από την κόλαση, από τα βάσανα.

 Αλλά και οι γονείς που στέλνουν τα παιδιά τους στον “έξω απ' εδώ”, τα τάζουν στον διάβολο και έχει δικαιώματα μετά ο διάβολος. “Μου τόταξες”, σου λέει.

Ήταν ένα ανδρόγυνο στα Φάρασα (4). Αυτοί είχαν ένα παιδάκι που έκλαιγε και ο πατέρας συνέχεια το έστελνε στον “έξω απ' εδώ”. Και να, τι έγινε:


Επέτρεψε ο Θεός και, όταν το έστελνε στον “έξω απ' εδώ”, εξαφανιζόταν το παιδί από την κούνια. Η φουκαριάρα η μάνα πήγαινε μετά στον Χατζεφεντή (5). “Χατζεφεντή, νάχω την ευχή σου, το παιδί το πήραν οι δαίμονες”. Πήγαινε ο Χατζεφεντής, διάβαζε ευχές στην κούνια, επέστρεφε το παιδί. Αυτή η δουλειά γινόταν συνέχεια. Η καημένη έλεγε: “Χατζεφεντή, νάχω την ευχή σου, πού θα πάη αυτό;” “Εγώ δεν κουράζομαι να έρχωμαι, της έλεγε, εσύ κουράζεσαι να έρχεσαι να με φωνάζης; Θα κουρασθή ο διάβολος και θα σου αφήση”. 

Από τότε δεν εξαφανιζόταν το παιδί. Όταν μεγάλωσε μετά, το έλεγαν “υπόδειγμα του διαβόλου”. Ανακάτευε όλο το χωριό, άνω-κάτω τους έκανε. Τι τραβούσε ο πατέρας μου (6)! Πήγαινε στον έναν και έλεγε: “Ο τάδε είπε αυτό για σένα”. Πήγαινε στον άλλο, έλεγε τα ίδια. Μετά πιάνονταν ο ένας με τον άλλον, χτυπιόνταν. Όταν το καταλάβαιναν, πήγαιναν σ' αυτόν να τον πιάσουν, να τον λιντσάρουν. Αυτός τους κατάφερνε όμως να του ζητάνε και συγγνώμη! Τόσο διαβολεμένος ήταν! Υπόδειγμα του διαβόλου! Οικονόμησε ο Θεός να δουν και στην συνέχεια οι άλλοι το αποτέλεσμα, για να βάλουν μυαλό, να φρενάρουν τον εαυτό τους και να είναι πολύ προσεκτικοί, τώρα αυτόν πώς θα τον κρίνη ο Θεός, είναι άλλο θέμα. Φυσικά, έχει πολλά ελαφρυντικά.


Η μεγαλύτερη περιουσία για τον κόσμο είναι η ευχή των γονέων. Όπως και στην μοναχική ζωή η μεγαλύτερη ευλογία είναι να πάρης την ευχή του Γέροντά σου. Γι' αυτό λένε: “Να πάρης την ευχή των γονέων”.



Μια μάνα, θυμάμαι, είχε τέσσερα παιδιά και έκλαιγε η καημένη: “Θα πεθάνω με τον καημό, μου έλεγε, δεν παντρεύτηκε κανένα παιδί. Κάνε προσευχή”. Χήρα γυναίκα εκείνη, ορφανά αυτά, τους πόνεσα. 



Κάνω προσευχή, κάνω προσευχή, τίποτε. Λέω, “κάτι συμβαίνει εδώ”. “Μας έχουν κάνει μάγια”, έλεγαν τα παιδιά. “Δεν είναι μάγια, φαίνεται αυτό, όταν είναι από μάγια. Μήπως σας καταριόταν η μάνα σας;” τα ρωτάω. “Ναι, Πάτερ, μου λένε, η μητέρα μας, όταν ήμασταν μικρά, επειδή ήμασταν πολύ ζωηρά, μας έλεγε συνέχεια από το πρωί μέχρι το βράδυ: “Κούτσουρα να μείνετε, κούτσουρα να μείνετε”. 

“Πάτε να τραντάξετε την μάνα σας, τα λέω, και να της πήτε να μετανοήση, να εξομολογηθή και από 'δω και πέρα να σας δίνει ευχές συνέχεια”. Μέσα σε ενάμισι χρόνο παντρεύτηκαν και τα τέσσερα. Εκείνη η καημένη ήταν χήρα γυναίκα, ήταν, φαίνεται, και στενόκαρδη, και εκείνα ζωηρά, την έσκαγαν, και έτσι τα καταριόταν.

- Αν οι γονείς καταρασθούν τα παιδιά και μετά πεθάνουν, πώς θα απαλλαγούν τα παιδιά από την κατάρα.
 - Αν ψάξουν τα παιδιά στον εαυτό τους, θα βρουν ότι, για να τα καταρασθούν οι γονείς τους, φαίνεται θα ήταν παλαβά και θα τους βασάνιζαν. Οπότε, αν συναισθανθούν το σφάλμα τους και μετανοήσουν ειλικρινά και εξομολογηθούν, τακτοποιούνται. Και αν τα παιδιά κάνουν πνευματική προκοπή, θα βοηθηθούν και οι γονείς.
 - Γέροντα, και εμένα, όταν έφευγα για το Μοναστήρι, οι γονείς μου με καταριόνταν.

Αυτές είναι οι μόνες κατάρες 
  που γίνονται ευχή!
----------------------------------------------------------------------------------------------
3) Βλ. Ισαάκ Σύρου, Ασκητικά, Λόγος ΝΕ', έκδ. Βασ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1977, σ. 219
4) Το Κεφαλοχώρι έξι ελληνικών χωριών στην περιοχή της Καισαρείας της Καππαδοκίας, πατρίδα του Αγίου Αρσενίου του Καππαδόκου και του Γέροντα.
5) Έτσι αποκαλούσαν οι Φαρασιώτες τον Άγιο Αρσένιο τον Καππαδόκη.
6) Ο πατέρας του Γέροντα ήταν πρόεδρος του χωριού

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΙΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, ΛΟΓΟΙ <Α.> 
ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΧΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ ΣΕΛ 1Ο5
 ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο
ΘΕΟΛΟΓΟΣ"ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ         
ΠΗΓΗ: <ΗΛΙΑΣ   ΧΑΙΝΤΟΥΤΗΣ    15 ΔΕΚ 2Ο11 >      

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2016

SOS EΠΕΙΓΟΝ - ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΑΙΜΟΔΟΣΙΑ


Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΙΜΟΔΟΣΙΑ

ΑΜΕΣΗ ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΑΙΜΟΔΟΣΙΑ 

ΣΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΓΙΑΝΝΙΤΣΩΝ ΣΤΙΣ

 2 /9 ΚΑΙ  5/ 9 

ΟΜΑΔΑ ΑΙΜΑΤΟΣ ΜΗΔΕΝ ΑΡΝΗΤΙΚΟ

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΤΟ 6979404269

Κ. ΒΑΣΙΛΙΚΗ.

Π.ΣΑΒΒΑΣ
------------------------------
ΜΗΝΥΜΑ ΣΕ ΚΙΝΗΤΟ (ΑΠΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΧΩΡΗΒ)

1η Σεπτεμβρίου: Καλό κι Ευλογημένο Νέο Εκκλησιαστικό Έτος. Τι λέγει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης.




Ἴνδικτον ἡμῖν εὐλόγει νέου Χρόνου,
Ὦ καὶ Παλαιέ, καὶ δι᾿ ἀνθρώπους Νέε.

Σήμερα η Εκκλησία μας εορτάζει την Αρχή της Ινδίκτου, δηλαδή την αρχή του νέου Εκκλησιαστικού έτους. 
Για την περίπτωση αυτή, ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γράφει στον Συναξαριστή του:

«Πρέπει να ηξεύρωμεν, αδελφοί, ότι η του Θεού αγία Eκκλησία εορτάζει σήμερον την Iνδικτιώνα, διά τρία αίτια.

Πρώτον, επειδή και αυτή είναι αρχή του χρόνου. Διά τούτο και κοντά εις τους παλαιούς Pωμάνους πολλά ετιμάτο αυτή εξ αρχαίων χρόνων. Iνδικτιών δε κατά την ρωμαϊκήν, ήτοι λατινικήν γλώσσαν, θέλει να ειπή ορισμός. 

Kαι δεύτερον εορτάζει ταύτην η Eκκλησία, επειδή και κατά την σημερινήν ημέραν, επήγεν ο Kύριος ημών Iησούς Xριστός μέσα εις την Συναγωγήν των Iουδαίων, και εδόθη εις αυτόν το Bιβλίον του Προφήτου Hσαΐου, καθώς γράφει ο Eυαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. δ΄). 

Tο οποίον Bιβλίον ανοίξας ο Kύριος, ω του θαύματος! ευθύς εύρε τον τόπον εκείνον, ήτοι την αρχήν του εξηκοστού πρώτου κεφαλαίου του Hσαΐου, εις το οποίον είναι γεγραμμένον διά λόγου του τα λόγια ταύτα: 

«Πνεύμα Kυρίου επ’ εμέ, ου ένεκεν έχρισέ με, ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με, ιάσασθαι τους συντετριμμένους την καρδίαν, κηρύξαι αιχμαλώτοις άφεσιν και τυφλοίς ανάβλεψιν, αποστείλαι τεθραυσμένους εν αφέσει, κηρύξαι ενιαυτόν Kυρίου δεκτόν». 

Aφ’ ου δε ανέγνωσεν ο Kύριος τα περί αυτού λόγια ταύτα, εσφάλισε το Bιβλίον και το έδωκεν εις τον υπηρέτην. Έπειτα καθίσας, είπεν εις τον λαόν «ότι σήμερον ετελειώθησαν οι λόγοι της Προφητείας ταύτης εις τα εδικά σας αυτία». Όθεν ο λαός ταύτα ακούων, εθαύμαζε διά τα χαριτωμένα λόγια, οπού εβγαινον εκ του στόματός του, ως τούτο γράφει ο αυτός Eυαγγελιστής Λουκάς (αυτόθι).

Eίναι δε και τρίτη αιτία, διά την οποίαν η Eκκλησία του Xριστού κάμνει σήμερον ενθύμησιν της Iνδίκτου, και εορτάζει την αρχήν του νέου χρόνου: 

Ήγουν, ίνα διά μέσου της υμνωδίας και ικεσίας, οπού προσφέρομεν εις τον Θεόν εν τη εορτή ταύτη, γένη ο Θεός ίλεως εις ημάς, και ευλογήση τον νέον χρόνον, και χαρίση τούτον εις ημάς ευτυχή και γεμάτον από όλα τα σωματικά αγαθά. 

Kαι ίνα φωτίση τας διανοίας μας, εις το να περάσωμεν όλον τον χρόνον καθαρώς και με αγαθήν συνείδησιν, και εις το να ευαρεστήσωμεν τω Θεώ, με την φύλαξιν των εντολών του. Kαι ούτω να τύχωμεν των εν Oυρανοίς αιωνίων αγαθών».

Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος β’.
Ὁ πάσης δημιουργὸς τῆς κτίσεως, ὁ καιροὺς καὶ χρόνους ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσία θέμενος, εὐλόγησον τὸν στέφανον τοῦ ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητός σου Κύριε, φυλάττων ἐν εἰρήνῃ τοὺς Βασιλεῖς καὶ τὴν πόλιν σου, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, καὶ σῶσον ἡμᾶς.

Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ὁ ἀρρήτῳ σύμπαντα, δημιουργήσας σοφίᾳ, καὶ καιροὺς ὁ θέμενος, ἐν τῇ αὐτοῦ ἐξουσίᾳ, δώρησαι, τῷ φιλοχρίστῳ λαῷ σου νίκας· ἔτους δέ, τάς τε εἰσόδους καὶ τάς ἐξόδους, εὐλογήσαις κατευθύνων, ἡμῶν τὰ ἔργα πρὸς θεῖόν σου θέλημα.
(Ποιηθὲν τῶ 1813 ἔτει ὑπὸ τοῦ ἀοιδίμου Πατριάρχου Κωνσταντινοπόλεως, Κυρίλλου ς´).

Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Ὁ καιροὺς καρποφόρους καὶ ὑετούς, οὐρανόθεν παρέχων τοῖς ἐπὶ γῆς, καὶ νῦν προσδεχόμενος, τὰς αἰτήσεις τῶν δούλων σου, ἀπὸ πάσης λύτρωσαι, ἀνάγκης τὴν πόλιν σου, οἱ οἰκτιρμοὶ καὶ γάρ σου, εἰς πάντα τὰ ἔργα σου. Ὅθεν τὰς εἰσόδους, εὐλογῶν καὶ ἐξόδους, τὰ ἔργα κατεύθυνον ἐφ᾿ ἡμᾶς τῶν χειρῶν ἡμῶν, καὶ πταισμάτων τὴν ἄφεσιν, δώρησαι ἡμῖν ὁ Θεός· σὺ γὰρ ἐξ οὐκ ὄντων τὰ σύμπαντα, ὡς δυνατὸς εἰς τὸ εἶναι παρήγαγες.

Μεγαλυνάριον
Ἄναρχε τρσήλιε Βασιλεῦ, ὁ καιρῶν καὶ χρόνων, τὰς ἑλίξεις περισκοπῶν, εὐλόγησον τὸν κύκλον, τῆς νέας περιόδου, τὰς ἀγαθάς σου δόσεις πᾶσι δωρούμενος. 


http://www.saint.gr/896/saint.aspx