Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

486_ Ἡ μετάνοια κατά τόν Ὅσιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος

 
Κλίμαξ, Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου

ΛΟΓΟΣ ΠΕΜΠΤΟΣ
«Περί  μετανοίας»
Ἀπομαγνητοφωνημένη Ὁμιλία,
Ἀρχιμ.  Σάββα  Ἁγιορείτου
πού πραγματοποιήθηκε στό Πνευματικό Κέντρο τοῦ
Ἰ. Ν. Ἁγίου Νικολάου Νικαίας στίς 2 Ἀπριλίου 2011.
***
Καλωσόρισμα  π. Ἀντωνίου,
πρεσβυτέρου  Ἱ. Ν. Ἁγίου Νικολάου Νικαίας

Φέτος μᾶς ἦρθε ἀπό τήν Κερασιά τοῦ Ἁγίου Ὅρους ὁ παπα- Σάββας νά μᾶς μιλήσει γιά κάποιο θέμα σαρακοστιανό. Ἡ Κερασιά, ξέρετε, εἶναι ψηλά. Ἐκεῖ οἱ ἅγιοι πατέρες μας ἀγωνίζονται πολύ. Καί αὐτός ὁ ἀγώνας, ὅπως γνωρίζετε πολύ καλά, ἔχει ἄμεση σχέση καί μέ μᾶς. Γιατί μέ τίς δικές τους προσευχές καί μέ τόν δικό τους ἀγῶνα στεκόμαστε καί ἐμεῖς στά πόδια μας. Αὐτό νά τό συνειδητοποιήσουμε λίγο, σᾶς παρακαλῶ. Πολλές φορές λέμε: «Τί κάνουν οἱ μοναχοί;». Ἐμεῖς τοὐλάχιστον νά ξέρουμε τί κάνουν. Καί τό ἔχουμε πολλή μεγάλη ἀνάγκη αὐτό, πού γίνεται καί σήμερα ἐδῶ πέρα. Πότε πότε νά ἐμφανίζεται καί κάποιος Ἁγιορείτης ἐδῶ στόν κόσμο, νά παίρνουμε μιά μυρωδιά καί ἐμεῖς ἀπό τό Ἅγιο Ὅρος. Αὐτό θέλουμε, ξέρετε, σήμερα.

   Καί γι’ αὐτό καλέσαμε τόν παπα - Σάββα καί χαιρόμαστε, πού μᾶς ἔκανε τήν τιμή νά ἔρθει, γιά νά πάρουμε μιά μυρωδιά ἀπό τό Ἅγιο Ὅρος. Νά δοῦμε τί κάνουν οἱ Γεροντάδες ἐκεῖ πέρα, πῶς ζοῦνε, νά μᾶς μεταφέρουν κάτι ἀπό τήν πνοή τοῦ Ἁγίου Ὅρους καί ἀπό τά λόγια βέβαια τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Γι’ αὐτό τόν καλωσορίζουμε, τόν καλοῦμε νά ἔρθει στό βῆμα καί ὅ,τι ἔχει ἡ ἀγάπη του νά μᾶς μεταδώσει.

Εἰσαγωγικά

Λοιπόν μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί τήν εὐχή τοῦ Γέροντα, τήν εὐχή τοῦ Σεβασμιοτάτου σας (καθίστε, ἔχουμε κάνει προσευχή στήν Ἐκκλησία) καί μέ τήν εὐχή τῶν Γεροντάδων και τῶν Πατέρων, τῶν σεβαστῶν Πατέρων, πού ἔχετε ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι τόσο πολύ καί τόσο καλά σᾶς διδάσκουν καί καταλαβαίνω πόσο πολύ σᾶς ἀγαποῦν, νά ποῦμε δύο λόγια, τά ὁποῖα εἶναι πολύ φτωχά βέβαια ἀλλά θά λέγαμε κατά καθήκον, γιατί ὁ ἱερέας πρέπει νά ὁμιλεῖ. Ἐκτός ἀπό τό καθήκον του, νά ἱερουργεί, νά κάνει τή Θεία Λειτουργία καί νά ἁγιάζει τόν λαό μέ ὅλα αὐτά τά Ἅγια Μυστήρια, πού ἔχουμε στήν Ἐκκλησία μας, ἕνα ἐξίσου σημαντικό καθήκον τοῦ ἱερέα εἶναι νά ἱερουργεῖ καί τόν λόγο τοῦ Θεοῦ.
    Γι’ αὐτό καί μέσα στή Θεία Λειτουργία ἔχουμε δύο μέρη. Τό πρῶτο μέρος εἶναι ἡ ἱερουργία τοῦ Λόγου, τουτέστιν τοῦ Εὐαγγελίου, ὁπότε ἔχουμε τά ἀναγνώσματα καί τό κήρυγμα. Καί τό δεύτερο μέρος εἶναι ἡ θυσία τοῦ Χριστοῦ μας. Εἶναι ἡ πίστη τῆς ἀναίμακτης θυσίας.
    Ἔτσι λοιπόν σκέφτηκα νά ἀναπτύξουμε ἕνα θέμα ὑπακούοντας στήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία αὐτή τήν ἐποχή μᾶς προτρέπει καί τό ἔχει βάλει καί μέσα στά βιβλία καί μάλιστα στόΤριώδιο, τό ὁποῖο εἶναι τό κατεξοχήν βιβλίο, μέσα ἀπό τό ὁποίο διαβάζουμε καί ψάλλουμε αὐτή τήν περίοδο. Μᾶς ἔχει βάλει λοιπόν μέσα σε αὐτό τό βιβλίο νά διαβάζουμε αὐτή τήν περίοδο ἐκτός τῶν ἄλλων καί ἀπό τήν Κλίμακα.  Κλίμαξ, εἶναι ἕνα πάρα πολύ σπουδαῖο σύνθεμα ἑνός σοφοῦ ἀνθρώπου, πνευματικά σοφοῦ ἀλλά καί ἁγίου. Τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου.
    Κάθε τέταρτη Κυριακή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστής θυμόμαστε αὐτό τόν Ἅγιο καί τόν τιμοῦμε. Καί ἡ Ἐκκλησία βεβαίως ἔχει τόν λόγο της, πού μᾶς τόν προβάλλει. Διότι αύτό τό βιβλίο, πού τό ἔχει γράψει πρίν ἀπό 1400 χρόνια, ἔχει καί σήμερα νά μᾶς πεῖ πάρα πολλά πράγματα. Καί στούς μοναχούς καί στούς λαϊκούς.
    Δέν θά πῶ κοσμικούς, γιατί κοσμικός σημαίνει “ἀντίχριστος” ἐφόσον ”ὁ κόσμος” εἶναι ἐκτός τοῦ Θεοῦ. Ἄρα καί ὁ κοσμικός εἶναι ἐκτός τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά θά πῶ λαϊκός, δηλαδή μέλος ζωντανό τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως εἶστε ὅλοι- ἐλπίζω καί πιστεύω μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ- τό ὁποῖο (μέλος της Ἐκκλησίας) ἁπλῶς δέν ἔχει κάποιο βαθμό κληρικοῦ εἴτε κατώτερο εἴτε ἀνώτερο.
    Ὅμως ὅλοι εἴμαστε μέλη τῆς Ἐκκλησίας καί, ὅποτε κατεβαίνω ἀπό τό Ἅγιο Ὅρος, δέν ἔχω στόν νοῦ μου τή σκέψη ὅτι κατεβαίνω στόν κόσμο. Ἀλλά σκέφτομαι πώς συνεχίζω νά εἶμαι στό Ὅρος καί στό κελλί μου, συνεχίζω νά εἶμαι μέσα στήν Ἐκκλησία καί ὅτι πάλι συναντῶ τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Καί εἶμαι μέσα στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἴτε εἶμαι ἐκτός εἴτε ἐντός τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
    Γιατί καί ὁ μοναχισμός, ὅπως εἶπε καί ὁ π. Ἀντώνιος, δέν εἶναι κάτι ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία. Δέν εἶναι κάτι πού, ἄς ποῦμε, μόνοι μας προσπαθοῦμε νά ἀδειάσουμε τόν ἑαυτό μας, σάν μία ἀτομική προσπάθεια σωτηρίας. Ἀλλά εἶναι μία προσπάθεια ἐνταγμένη μέσα στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, μέσα στήν Ἐκκλησία. Καί ὁ ἀγώνας, πού κάνει ὁ μοναχός γιά τόν ἐξαγιασμό του, ἐπιδρᾶ σε ὅλη τήν Ἐκκλησία. Καί ἡ ἱεραποστολή, πού κάνει ὁ μοναχός, εἶναι ἀκριβῶς αὐτή. Τό ὅτι προσπαθεῖ νά ἁγιάσει τόν ἑαυτό του καί αὐτός ὁ ἁγιασμός ἀντανακλᾶ μετά σέ ὅλη τήν Ἐκκλησία.
    Νά τό ποῦμε ἁπλᾶ: Ὅπως σέ ἕνα σῶμα ἔχουμε πολλά κύτταρα, ἀπό τά ὁποῖα τό καθένα ἔχει διαφορετική λειτουργία καί, ὅταν τό ἕνα κύτταρο λειτουργεῖ σωστά, βοηθάει καί τά ἄλλα κύτταρα νά λειτουργήσουν σωστά, ἔτσι καί ὁ μοναχός, ὅταν κάνει σωστά αὐτό, πού ἔχει ὑποσχεθεῖ στόν Θεό νά κάνει, αὐτό ἐπιδρᾶ σέ ὅλο τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.
    Βέβαια εἶπε ὁ π. Ἀντώνιος νά μιλήσουμε γιά τό Ἅγιο Ὅρος. Καί θά ἤθελα νά σᾶς πῶ αὐτό: Ὅτι ἡ ζωή στό Ἅγιο Ὅρος οὐσιαστικά δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά μία ζωή μετανοίας. Καί οἱ ἄνθρωποι πού ζοῦν ἐκεῖ προσπαθοῦν ἀκριβῶς νά ζήσουνε τή μετάνοια. Διότι ἡ μετάνοια εἶναι μία ὑπόθεση ζωῆς. Δέν εἶναι μία πράξη, πού τήν κάνουμε γιά μία ὁρισμένη στιγμή, ὅταν πάμε νά ἐξομολογηθοῦμε, ἄς ποῦμε. Ἀλλά εἶναι μία συνεχής προσπάθεια, νά ἐναρμονίσουμε τό θέλημά μας μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί τή ζωή μας νά τήν ὑποτάξουμε στό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
    Βλέπετε πώς ὁ Κύριος, ὅταν μᾶς κάλεσε νά γίνουμε μαθητές του, ἔβαλε δύο προϋποθέσεις. Ἄν δέν τηρήσουμε αὐτές τίς δύο προϋποθέσεις, δέν μποροῦμε νά γίνουμε μαθητές του. Ποιές εἶναι οἱ προϋποθέσεις;
    «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ». Ὅποιος θέλει νά ρθεῖ πίσω μου, ὄχι μπροστά μου ἤ δίπλα μου ἀλλά πίσω μου, νά μέ ἀκολουθήσει δηλαδή, θά πρέπει νά κάνει προηγουμένως δύο πράγματα: Τό ἕνα εἶναι νά ἀρνηθεῖ τόν ἑαυτό του καί τό δεύτερο εἶναι νά ἄρει τόν σταυρό του, νά σηκώσει τόν σταυρό του. Νά ἀρνηθῶ τόν ἑαυτό μου σημαίνει νά ἀρνηθῶ τό θέλημά μου, νά ἀρνηθῶ ὅ,τι μέχρι τώρα ἐκτιμοῦσα ὅ,τι εἶχα ὡς ὑπεραξίες, ὅ,τι ἔχει ὁ κόσμος ὡς ὑπεραξίες: τά χρήματα, τή μάταιη δόξα τοῦ κόσμου, τά χρυσαφικά, τά κοσμήματα, ὅλα αὐτά τά μάταια. Ἐπίσης καί τίς ἡδονές, τίς σαρκικές ἡδονές καί ὅλα αὐτά, τά ὁποία κυνηγᾶνε οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου.
   Νά σηκώσω τόν σταυρό μου σημαίνει νά προσπαθήσω, νά ἀγωνιστῶ σέ τέτοιο βαθμό, πού νά εἶμαι ἕτοιμος καί νά σταυρωθῶ. Νά πεθάνω δηλαδή, προκειμένου νά μήν ἁμαρτήσω. Τέτοια ἀποφασιστικότητα πρέπει νά ἔχουμε. Γι’ αὐτό και προοδεύουνε μέσα στήν πνευματική ζωή αὐτοί, πού ἀποφασίζουν νά πεθάνουν. Γιατί σήμερα δυστυχῶς μᾶς λείπει αὐτό τό μαρτυρικό φρόνημα. Οἱ πρῶτοι Χριστιανοί τό ζοῦσαν πολύ ἔντονα. Ἦταν ἀποφασισμένοι νά πεθάνουν γιά τόν Χριστό. Χαιρόντουσαν νά πεθάνουν γιά τόν Χριστό. Σήμερα θεωροῦμε τόν θάνατο ὡς κάτι κακό, ἐνῶ ὁ θάνατος γιά τόν Χριστό εἶναι μεγάλη δόξα, μεγάλη τιμή καί μεγάλη ἀνάπαυση. Καί εἶναι μίμηση Χριστοῦ.
    Ὅπως ο Ἰωάννης τήν ἡμέρα τῆς Ἀνάστασης ἔτρεξε στόν τάφο τοῦ Κυρίου πρίν ἀπό τόν Πέτρο, ἔτσι καί ἐμεῖς τοποθετήσαμε τόν Λόγο τῆς ὑπακοῆς πρίν ἀπό τόν Λόγο τῆς μετανοίας. Διότι ὁ Ἰωάννης ἔγινε τύπος τῆς ὑπακοῆς, ἐνῶ ὁ Πέτρος τῆς μετανοίας. Ὁ Τέταρτος Λόγος τῆς Κλίμακος εἶναι «Λόγος περί ὑπακοῆς». Ο Πέμπτος Λόγος εἶναι «Περί μετανοίας». Ἐνσάρκωση τῆς ὑπακοῆς εἶναι ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος. Καί πρότυπο μετανοίας ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, ὁ ὁποῖος ἀρνήθηκε τόν Χριστό καί μετά ἔκλαψε πικρά. Καί ἔκλαιγε σέ ὅλη του τή ζωή αὐτή του τήν πτώση. Γι’ αὐτό καί εἶναι πρότυπο μετανοίας.

Μ Ε Ρ Ο Σ    Π Ρ Ω Τ Ο

Κλίμαξ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου
Λόγος Πέμπτος «Περί μετανοίας»
(Διά τήν πραγματικήν καί γνησίαν μετάνοιαν καί διά τούς ἁγίους καταδίκους καί διά τήν Φυλακήν)
                  ***
Ι. Μετάνοια σημαίνει  ἀνανέωση  βαπτίσματος

Τί σημαίνει μετάνοια; Τί εἶναι ἡ μετάνοια; Νά δοῦμε τί λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης: Μετάνοια σημαίνει ἀνανέωση τοῦ βαπτίσματος. Ὅλοι εἴμαστε βαπτισμένοι. Ὅλοι ἔχουμε τήν ἄκτιστη, θεοποιό ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ μέσα μας, τήν ἄκτιστη, θεοποιό χάρη. Μέ ἁπλᾶ λόγια ἔχουμε τόν Θεό μέσα μας, τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ βεβαίως, ὄχι τήν οὐσία. Καί μέ αὐτή τήν ἐνέργεια μποροῦμε νά γίνουμε θεοί. Σέ αὐτό μᾶς ἔχει καλέσει ὁ Θεός. Στό ὕψος, ὅπου μπορεῖ νά φτάσει ὁ ἄνθρωπος. Ἀλλά δέν μπορεῖς νά τό κάνεις μόνος σου. Ἄν ἀξιοποιήσεις τή θεία χάρη, πού παίρνεις στό βάπτισμα, μπορεῖς νά γίνεις θεός, θεός κατά χάρη. Ὅμως τί ἔχει γίνει ἐν τῷ μεταξύ; Βαπτιστήκαμε ὅλοι στή νηπιακή μας ἡλικία καί ἀπό ἐκεῖ καί μετά αὐτή τή χάρη δέν τήν ἔχουμε χάσει ἀκριβῶς ἀλλά τί τήν ἔχουμε κάνει; Τήν ἔχουμε ἀπενεργοποιήσει.
   Ἔλεγε ὁ μακαριστός Γέροντας Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης ὅτι τήν ἔχουμε “μπαζώσει”. Τή συνήθιζε αὐτή τήν ἔκφραση. Ἔχουμε βάλει δηλαδή ἐπάνω στή θεία αὐτή φωτιά πάρα πολλή στάχτη, πάρα πολλά μπάζα, πάρα πολλά σκουπίδια, τά ὁποία δέν εἶναι τίποτα ἄλλο παρά οἱ ἁμαρτίες καί οἱ ἐγκαταστημένες ἁμαρτίες, πού εἶναι πλέον κακές συνήθειες, τίς ὁποίες ὀνομάζουμε πάθη.
    Πάθος εἶναι μία ἁμαρτία πού τήν κάνουμε συνέχεια, ὁπότε γίνεται κακή συνήθεια, κακή ἕξη. Ἕνας, πού θυμώνει συνέχεια, ἀποκτάει τό πάθος τοῦ θυμοῦ. Γίνεται θυμώδης. Ἕνας πού ὑποκύπτει γιά μία, δύο, τρεῖς φορές στό πάθος τοῦ φθόνου καί τῆς ζήλιας, σιγά σιγά ἀποκτάει αὐτό τόν χαρακτήρα καί γίνεται φθονερός, γίνεται ζηλόφθονος καί βασανίζεται. Ἔτσι γίνεται με ὅλα τά πάθη.
    Δέν ἔχουμε τά πάθη ἐγκαταστημένα ἐξαρχῆς μέσα μας. Ἔχουμε κάποιες ροπές, τίς ὁποῖες κληρονομοῦμε ἀπό τούς γονεῖς μας, ἀπό τούς προγόνους μας. Ἄν λοιπόν δέν ἀγωνιστοῦμε σωστά, δέν μᾶς δείξουν οἱ γονεῖς μας τόν δρόμο τόν σωστό, σιγά σιγά ἀρχίζουμε νά ἁμαρτάνουμε, ὑποκύπτουμε σε αὐτές τίς ροπές καί ἀποκτᾶμε αὐτά τά πάθη. Καί φτάνουμε σέ κάποια ἡλικία, πού καταλαβαίνουμε τί ἔχουμε κάνει. Ὅτι ἔχουμε καταστρέψει δηλαδή τή ζωή μας καί ἔχουμε θάψει αὐτή τή χάρη. Καί τότε ἀποφασίζουμε νά μετανοήσουμε.
   Στήν ἐποχή μας σπάνια βλέπεις ἀνθρώπους, πού νά ἔχουν φυλάξει καθαρό τόν ἑαυτό τους ἀπό μικρά παιδιά – βέβαια ἀπόλυτα καθαρό κανένας - ἀλλά τέλος πάντων νά ἔχουνε μία σταθερή πορεία μέσα στήν Ἐκκλησία ἀπό τήν παιδική ἡλικία. Συνήθως ἔχουμε ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἴσως στήν ἀρχή πήρανε κάποια μαθήματα χριστιανικά, μετά ξέφυγαν στήν ἐφηβεία καί ξαναέρχονται γύρω στά τριάντα ἤ στά τριανταπέντε στήν Ἐκκλησία.
    Καί τί σημαίνει τώρα νά μετανοήσω; Ἡ λέξη τό λέει: νά ἀλλάξω νοῦ. Νά ἀλλάξω σκέψη, να ἀλλάξω θέαση τῶν πραγμάτων, νά τά ἀντιστρέψω καί νά γυρίσω ἀνάποδα. Ἐνῶ μέχρι τώρα περπατοῦσα μέ τά χέρια - γιατί αὐτό εἶναι ἡ ἁμαρτία καί τό νά ζεῖς μέ τά πάθη, σά νά περπατᾶς μέ τά χέρια καί τά πόδια νά εἶναι ἐπάνω - αποφασίζω λοιπόν νά γυρίσω ἀνάποδα, νά ἀλλάξω ὅλη μου τή ζωή καί νά βαδίσω φυσιολογικά.
    Θά πεῖς: «Εἶναι ἀναγκαῖο αὐτό; Δέν μποροῦμε νά κάνουμε κάτι ἐνδιάμεσο; Νά εἴμαστε καί λίγο μέ τόν κόσμο καί λίγο μέ τόν Θεό;». Δέν γίνεται. Δέν μπορεῖς. «Γιατί δέν μπορῶ;». Τό εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ἄν κάνεις αὐτή τήν προσπάθεια θά δυσκολευτεῖς πάρα πολύ καί τό πιό πιθανό εἶναι νά εἶσαι ἕνας χλιαρός. Καί ὁ Κύριος εἶπε τί συμβαίνει μέ τούς χλιαρούς: «Θά τούς κάνω ἐμετό» λέει στήν Ἀποκάλυψη. «Θέλω νά εἶσαι ἤ ψυχρός ἤ ζεστός. Έπειδή εἶσαι χλιαρός θά σέ κάνω ἐμετό» λέει σ’ ἕναν ἀπό τούς Ἐπισκόπους, στίς ἐπιστολές, πού ἔγραψε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός στήν Ἀποκάλυψη.
    Λοιπόν αὐτό χρειάζεται νά τό ξεκαθαρίσουμε. Θά πρέπει ἡ ζωή μας νά ἀλλάξει ἑκατό τοῖς ἑκατό. Νά τά ἀντιστρέψουμε ὅλα, νά καταστρέψουμε ὅ,τι εἴχαμε χτίσει. Καί αὐτό τό λένε οἱ Ἅγιοι Πατέρες καί στό Γεροντικό. Ὑπάρχει ἕνας μεγάλος ἀββᾶς, ὁ ἀββᾶς Ἀλώνιος, πού λέει τό ἑξῆς: «ἐάν μή τό ὅλον κατέστρεψα οὐκ ἠδυνήθην ἑμαυτόν οἰκοδομῆσαι». Ἐάν δέν κατέστρεφα τό ὅλον, δηλαδή ὅλο μου τό μέχρι τώρα οἰκοδόμημα, δέν θά μποροῦσα νά οἰκοδομήσω τόν ἑαυτόν μου κατά Χριστόν. Νά ζήσω κατά Χριστόν.
    Ἑπομένως αὐτό πού λέει ὁ Χριστός μας: «Νά ἀπαρνηθῶ τόν ἑαυτό μου» μποροῦμε νά τό ποῦμε καί ἔτσι: «Νά γκρεμίσω ὅ,τι εἶχα μέχρι τώρα χτίσει». Γιατί, ὅσο ζοῦμε μακριά ἀπό τόν Χριστό, ὅ,τι ἔχουμε χτίσει, νά ξέρετε, εἶναι λανθασμένο, ἐπειδή εἶναι κοσμικό. Καί ὁ κόσμος ἐκ τοῦ πονηροῦ κεῖται καί ὅποιος θέλει νά εἶναι φίλος τοῦ κόσμου εἶναι ἐχθρός τοῦ Θεοῦ. Ὅ,τι εἴχαμε χτίσει δηλαδή μέχρι τώρα ἤτανε σέ σάπια θεμέλια. Ἦταν θεμελιωμένο στήν ἀγάπη τοῦ κόσμου. Στήν ἀγάπη γιά τή μάταιη δόξα, γιά τίς ἡδονές καί γιά τήν ὕλη, τά ὁποία, εἴπαμε, εἶναι αὐτά πού δέν θέλει ὁ Θεός.
   Τά βασικά θεμελιώδη πάθη εἶναι οἱ τρεῖς ἄρρωστες ἀγάπες, οἱ ὁποῖες κυβερνᾶνε τόν κόσμο, τούς κοσμικούς ἀνθρώπους. Ἡ ἀγάπη γιά τίς ἠδονές, ἡ ἀγάπη γιά τή μάταιη δόξα καί ἡ ἀγάπη γιά τά χρήματα. Καί ἄν κανείς δέν βγάλει αὐτές τίς τρεῖς ἄρρωστες ἀγάπες, τά τρία«Φ», ἄς τό ποῦμε ἔτσι, φιλαργυρία, φιλοδοξία, φιληδονία, δέν μπορεῖ νά γίνει μαθητής τοῦ Χριστοῦ. Προσέξτε δέν μπορεῖ νά ἀρχίσει κἄν νά περπατάει στόν δρόμο τοῦ Χριστοῦ.
    Φοβᾶμαι ὅτι πολλοί ἄνθρωποι δέν τό ἔχουμε καταλάβει αὐτό καί προσπαθοῦμε νά πᾶμε πίσω ἀπό τόν Χριστό κρατώντας καί αὐτές τίς ἄρρωστες ἀγάπες, οἱ ὁποῖες βγήκανε ἀπό τή θεμελιώδη ἄρρωστη ἀγάπη, πού ἔχουμε στόν ἑαυτό μας καί οἱ Πατέρες τή λένε φιλαυτία. Ἄν κανείς λοιπόν δέν ἀγωνιστεῖ νά γκρεμίσει τή φιλαυτία, δέν μπορεῖ νά γίνει μαθητής τοῦ Χριστοῦ.
   Μετάνοια λοιπόν τί σημαίνει; Νά ἀνανεώσεις τό βάπτισμα, νά ξαναβρεῖς τή χαμένη χάρη, ἡ ὁποῖα ὑπάρχει ἀλλά εἶναι ἀπενεργοποιημένη. Καί ἐνώ ἦταν ἀρχικά μιά μεγάλη φωτιά, ἡ φωτιά πού ἀνάβει μέσα μας τό Ἅγιο Πνεῦμα κατά τό βάπτισμα, λόγω τοῦ ὅτι βάλαμε ἀπό πάνω πάρα πολλά μπάζα, πάρα πολλές ἁμαρτίες, πάρα πολλά πάθη, ἔχει σχεδόν σβήσει καί ἔχει ἀπομείνει ἕνας σπινθήρας. Ἕνα ἐλάχιστο καρβουνάκι, τό ὁποῖο ὅμως δέν ἔχει σβήσει. Θά σβήσει, ἄν κανείς δέν μετανοήσει ἔστω και τήν τελευταῖα στιγμή τῆς ζωῆς του. Τότε θά σβήσει.
    Μέχρι τότε ὑπάρχει. Καί ὁ Θεός θά περιμένει. Γι΄ αὐτό κρατάει πολλούς ἀνθρώπους στή ζωή μέ πολλή ἀγάπη, περιμένοντας νά ἀπομακρύνουμε τά μπάζα, νά φυσήξουμε αὐτό τό καρβουνάκι πού τρεμοσβήνει, νά βάλουμε πάνω ξυλαράκια καί νά προσπαθήσουμε πάλι νά ἀνάψουμε αὐτή τή θεϊκή φωτιά μέσα μας.
    Καί αὐτό ὅλο εἶναι ἡ διαδικασία τῆς μετάνοιας. Εἶναι αὐτό, πού λένε οἱ Πατέρες κάθαρση.Νά ἀπομακρύνεις τά πάθη, που ἔχουν καλύψει αὐτή τή θεία φωτιά, τόν θεῖο σπινθήρα. Καί νά γίνει μία ἀναζωπύρωση, νά γίνει μία ἀναγέννηση μέσα στήν καρδιά μας. Γιατί ἐκεῖ μέσα στήν καρδιά μας εἶναι αὐτή ἡ ἄκτιστη, θεοποιός χάρη τοῦ Θεοῦ.
    Και, ὅταν κανείς ἀνανεώσει τό βάπτισμα, τότε βέβαια ἔχει ὅλες τίς προϋποθέσεις γιά νά σωθεῖ. Γιά νά σώσει τήν ὕπαρξή του. Ἤ, γιά νά τό ποῦμε πιό σωστά, γιά νά ἐπιβεβαιώσει καί νά συντηρήσει καί νά φυλάξει τή σωτηρία του. Γιατί ἤδη εἴμαστε σεσωσμένοι. Ἀπό τή στιγμή πού βαπτιστήκαμε εἴμαστε ἤδη σεσωσμένοι. Ὁ Χριστός σέ ἔχει σώσει. Ἀλλά ἔχουμε αὐτή, θά ἔλεγα, τή γενική σωτηρία. Τήν ἔχει δώσει ὁ Θεός ἀλλά θά πρέπει αὐτή νά τήν κάνουμε καί προσωπική μας. Μέσα λοιπόν ἀπό τή διαφύλαξη αὐτῆς τῆς χάρης, τῆς προσωπικῆς, πού τήν πήραμε στό βάπτισμα, παίρνουμε καί αὐτό τόν καρπό, πού εἶναι ἡ σωτηρία μας.
...................................
Συνεχι΄ζεται...