Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

477_ Ο Θεός τους πληροφόρησε για τα μέτρα του κοσμικού Ευχάριστου και της παρθένου συζύγου του...



Δύο πατέρες παρακάλεσαν τον Θεό να τους πληροφορήσει σε ποιο μέτρο έφθασαν.
Και άκουσαν φωνή να τους λέει:
- Σε αυτή την πόλη της Αιγύπτου υπάρχει ένας κοσμικός που ονομάζεται Ευχάριστος και η γυναίκα του λέγεται Μαρία. Δεν έχετε έλθει εσείς ακόμη στα μέτρα αυτών.

Ξεσηκώθηκαν τότε οι δύο γέροντες και έφθασαν στην κωμόπολη αυτή.
Ρωτώντας  βρήκαν το κελλί αυτού του ανθρώπου και τη γυναίκα του.
Και είπαν σε αυτή:
- Πού είναι ο άνδρας σου; 
Αυτή απάντησε:
Είναι βοσκός και βόσκει τα πρόβατα.
Και τους οδήγησε στο κελλί του.
Όταν δε βράδιασε ήλθε ο ο Ευχάριστος με τα πρόβατά του.

Βλέποντας τους γέροντες ετοίμασε τράπεζα γι΄αυτούς.
Και έφερε νερό για να τους πλύνει τα πόδια.
Είπαν δε τότε οι γέροντες:
Δεν θα γευτούμε τίποτα αν δεν μας μιλήσεις για την εργασία σου.
Ο δε Ευχάριστος με ταπεινοφροσύνη τους είπε: 
Εγώ είμαι ποιμένας και αυτή είναι η γυναίκα μου.

Οι δε γέροντες επέμειναν να τον παρακαλούν κι αυτός δεν ήθελε να πει.
Και είπαν σε αυτόν:
- Ο Θεός μας έστειλε σε σένα.
Μόλις ο Ευχάριστος άκουσε αυτό τον λόγο φοβήθηκε και είπε σε αυτούς:
- Να τα πρόβατα αυτά τα έχουμε από τους γονείς μας. Και εάν επιτρέψει ο Θεός να έχουμε ένα εισόδημα το χωρίζουμε σε τρία μέρη. Ένα μέρος για τους φτωχούς, ένα μέρος για  φιλοξενία και το τρίτο μέρος για τις ανάγκες μας.

Αφότου δε έλαβα γυναίκα δεν μολυνθήκαμε ούτε εγώ ούτε αυτή αλλά παρέμεινε παρθένος. Και ο καθένας μας κοιμάται χωριστά. Τη νύχτα  φοράμε σάκκους και την ημέρα φοράμε τα ρούχα μας.

Μέχρι τώρα κανένας από τους ανθρώπους δεν τα γνωρίζει αυτά.

Και αφού τον άκουσαν οι γέροντες θαύμασαν και αναχώρησαν δοξάζοντας τον Θεόν.

Ελεύθερη απόδοση στη Νεοελληνική


Eπιμέλεια ανάρτησης: evarmi



Περὶ Εὐχαρίστου κοσμικοῦ

Δύο τῶν Πατέρων παρεκάλεσαν τὸν Θεὸν, ἵνα πληροφορήσῃ αὐτοὺς, εἰς ποῖον ἔφθασαν μέτρον. Καὶ ἦλθεν αὐτοῖς φωνὴ λέγουσα· Εἰς τήνδε τὴν κώμην τῆς Αἰγύπτου ἐστί τις κοσμικὸς Εὐχάριστος ὀνόματι, καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ καλεῖται Μαρία· οὔπω ἤλθετε ὑμεῖς εἰς τὰ μέτρα αὐτῶν. Καὶ ἀναστάντες οἱ δύο γέροντες, ἦλθον εἰς τὴν κώμην· καὶ ἐρωτήσαντες, εὗρον τὸ κελλίον αὐτοῦ καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ· καὶ λέγουσιν αὐτῇ· Ποῦ ἔστι ὁ ἀνήρ σου; Ἡ δὲ εἶπεν· Ποιμήν ἐστι, καὶ βόσκει τὰ πρόβατα. Καὶ εἰσήγαγεν αὐτοὺς εἰς τὸ κελλίον αὐτοῦ. Ὡς δὲ ὀψία ἐγένετο, ἦλθεν ὁ Εὐχάριστος μετὰ τῶν προβάτων· καὶ ἰδὼν τοὺς γέροντας, ἡτοίμασεν αὐτοῖς τράπεζαν, καὶ ἤνεγκεν ὕδωρ νίψαι τοὺς πόδας αὐτῶν. Καὶ λέγουσιν αὐτῷ οἱ γέροντες· Οὐ μὴ γευσώμεθά τινος, ἐὰν μὴ ἀναγγείλῃς ἡμῖν τὴν ἐργασίαν σου. Ὁ δὲ Εὐχάριστος μετὰ ταπεινοφροσύνης εἶπεν· Ἐγὼ ποιμήν εἰμι, καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ γυνή μου. Οἱ δὲ γέροντες ἐπέμειναν παρακαλοῦντες αὐτὸν, καὶ οὐκ ἠθέλησε εἰπεῖν. Καὶ εἶπον αὐτῷ· Ὁ Θεὸς ἔπεμψεν ἡμᾶς πρὸς σέ. Ὡς δὲ ἤκουσε τὸν λόγον τοῦτον, ἐφοβήθη, καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ἰδοὺ τὰ πρόβατα ταῦτα ἔχομεν ἀπὸ τῶν γονέων ἡμῶν· καὶ εἴ τι δ' ἂν εὐοδώσῃ ὁ Κύριος εἰσοδιάσαι ἐξ αὐτῶν, ποιοῦμεν εἰς τρία μέρη· μέρος ἓν τοῖς πτωχοῖς, καὶ μέρος ἓν εἰς τὴν φιλοξενίαν, καὶ τὸ τρίτον μέρος εἰς τὴν χρείαν ἡμῶν. Ἀφ' οὗ δὲ ἔλαβον τὴν γυναῖκά μου, οὐκ ἐμιάνθην οὔτε ἐγὼ οὔτε αὐτὴ, ἀλλὰ παρθένος ἐστί· καὶ ἕκαστος ἡμῶν καθ' ἑαυτὸν καθεύδει· τὴν δὲ νύκτα φοροῦμεν σάκκους, καὶ τὴν ἡμέραν τὰ ἱμάτια ἡμῶν. Ἕως ἄρτι ἀνθρώπων οὐδεὶς ταῦτα ἔγνωκεν. Καὶ ἀκούσαντες ἐθαύμασαν, καὶ ἀνεχώρησαν δοξάζοντες τὸν Θεόν.